unfollow-sindromes
unfollow-sindromes
FREE - WEB ONLY - ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Mike Davis: «Να παλέψουμε με ελπίδα, να παλέψουμε χωρίς ελπίδα, αλλά να παλέψουμε ολοκληρωτικά»

and | 1/3/2016 - 22:52

Όταν στα τέλη του Απρίλη ο ανεξάρτητος γερουσιαστής από το Βερμόντ και δημοκρατικός σοσιαλιστής, αλλά όχι Δημοκρατικός, Μπέρνι Σάντερς, ανακοίνωσε την πρόθεσή του να διεκδικήσει την προεδρία στις προκριματικές του κόμματος, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί την ευρεία κοινωνική υποστήριξη που θα κέρδιζε κατά την προεκλογική του εκστρατεία. Αν ο Σάντερς κερδίσει το χρίσμα των Δημοκρατικών, θα είναι το πιο απρόβλεπτο αποτέλεσμα στην πρόσφατη ιστορία των υποψηφιοτήτων. Απ' τη στιγμή που ο λευκός συντηρητισμός είναι πολύ πιο κοντά στην τονικότητα της σύγχρονης αμερικάνικης πολιτικής από κάθε εκδοχή του δημοκρατικού σοσιαλισμού, ακόμα και η νίκη του Τραμπ θα προκαλούσε μικρότερη εντύπωση. Οι μελέτες του αμερικάνου μαρξιστή συγγραφέα, ακτιβιστή, θεωρητικού της αστικής ανάπτυξης και ιστορικού, Μάικ Ντέιβις, έχουν καταπιαστεί μεταξύ άλλων με την αμερικάνικη πολιτική του τελευταίου αιώνα, με έμφαση στον σχηματισμό (ή πιο σωστά, την αποσύνθεση) της αμερικάνικης εργατικής τάξης.


Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η Μαρία-Χριστίνα Βόγλη, απόφοιτος του τμήματος κοινωνιολογίας του LSE, και ο Γιώργος Σουβλής, υποψήφιος διδάκτορας Ιστορίας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Φλωρεντίας και συνεργάτης διαφόρων μπλογκ και περιοδικών (Jacobin, ROAR, Ενθέματα Αυγής), συζητούν με τον Μάικ Ντέιβις για την πολιτικοποίησή του, την πολιτική του αμερικάνικου «ακραίου Κέντρου» και τις δυνατότητες και τα όρια της υποψηφιότητας του Μπέρνι Σάντερς. | Πρώτη δημοσίευση: Researching Sociology@LSE | Μετάφραση: Γιάννης-Ορέστης Παπαδημητρίου

Θα μπορούσες να μας πεις δυο λόγια για την οικογενειακή σου καταγωγή;

Το μόνο που αξίζει να αναφερθεί σε σχέση με τις οικογενειακές μου καταβολές είναι ότι δεν είχαν τίποτα το αξιοσημείωτο. Ο πατέρας μου προέρχεται από ένα αγροτικό Προτεσταντικό περιβάλλον στο Οχάιο και ήταν διαπρύσιος υποστηρικτής των Δημοκρατικών την περίοδο του Νιου Ντιλ. Η μητέρα μου ήταν μια φτωχή Ιρλανδή Καθολική και μέλος του Ρεπουμπλικάνικου κόμματος, αλλά ψήφισε δύο φορές για τον Σοσιαλιστή υποψήφιο Νόρμαν Τόμας. Λάτρευε εξίσου τον Πρόεδρο Αϊζενχάουερ και τον Λιμπεράτσε. Αμφότεροι ήταν απόφοιτοι λυκείου. Πέρα από τη Βίβλο δεν υπήρχαν άλλα βιβλία σπίτι, αλλά ο πατέρας μου ήταν φανατικός αναγνώστης εφημερίδων (αθλητικών και πολιτικών) και η μητέρα μου καταβρόχθιζε το Reader’s Digest απ’ το εξώφυλλο μέχρι το οπισθόφυλλο. Ο πατέρας μου δούλευε στη βιομηχανία χονδρικής κρέατος, σε μία περίεργα υβριδική χειρωνακτική και υπηρεσιακή θέση. Η εργάσιμη ημέρα του μοιραζόταν ισάριθμα σε τηλεφωνικές πωλήσεις, καταγραφές εντολών και παραδόσεις κρεάτων. Το οικογενειακό μας εισόδημα, το στεγαστικό δάνειο, η αξία του αυτοκινήτου, οι ώρες μπροστά από την τηλεόραση κλπ., ήταν πάντα στον εθνικό μέσο όρο της δεκαετίας του ’50. (Το έχω διερευνήσει αυτό). Μεγάλωσα σε ένα προκάτ σπίτι του 1947, ακριβώς πάνω στο σύνορο ανάμεσα στις τελευταίες κατοικίες και τα τελευταία εναπομείναντα περιβόλια με πορτοκαλιές και αβοκάντο στο ανατολικό Σαν Ντιέγκο.

Πώς νομίζεις ότι επηρέασε το οικογενειακό σου περιβάλλον την πολιτική σου συγκρότηση αργότερα;

Mike-Davis-2Αυτή την περίοδο γράφω ένα βιβλίο για τη δεκαετία του ’60 με επίκεντρο τους ακτιβιστές από «συνηθισμένα» περιβάλλοντα σαν το δικό μου, που δεν είχαν ένδοξο οικογενειακό παρελθόν στην Αριστερά. Ωστόσο, όπως έχω ανακαλύψει, πάντα υπήρχε μια προδιάθεση που περνούσαν από γενιά σε γενιά, ενίοτε πολύ διακριτικά. Στη δική μου περίπτωση ήταν τρεις οι παράγοντες που έπαιξαν ρόλο: η αφοσίωση του πατέρα μου στο Συνδικάτο Κοπής Κρέατος (ήταν ιδρυτικό μέλος της τοπικής οργάνωσης), οι μαύροι και ασιάτες εξ αγχιστείας ξάδελφοι και ξαδέλφες μου και η ταπεινή ιρλανδέζικη ταξική συνείδηση της – μόνο κατ’ όνομα – ρεπουμπλικάνας μητέρας μου (αντιπαθούσε τους Κένεντι επειδή ήταν «ντεμέκ Καθολικοί του κάστρου»). Οι αντι-ρατσιστικές καταβολές του πατέρα και του θείου μου υπήρξε ένα μεγάλο μυστήριο για μένα μέχρι τη δεκαετία του ’70 που επισκέφτηκα το οικογενειακό σπίτι στο Οχάιο: το μικροσκοπικό χωριουδάκι της Βενεντότσια που ιδρύθηκε από τους προγόνους του πατέρα μου το 1840, όπου τα Ουαλικά ήταν η κύρια γλώσσα μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα.

Η αλήθεια αποκαλύφθηκε όταν πέρασα ένα απόγευμα στο μικρό νεκροταφείο που κοιτάει στις ταφόπλακες των νεκρών της Ένωσης – τον Τζόουνς, τον Ντέιβις, τον Έβανς, τον Χάουελ κ.ο.κ. Αυτοί οι Ουαλοί προπάτορες, που ήταν ανάμεσα στους πρώτους εποίκους του Μαύρου Βάλτου του Οχάιο, ήταν υπέρμαχοι της κατάργησης της δουλείας. Αυτό το DNA ενεργοποιήθηκε όταν ήμουν δεκαέξι χρονών το 1962 – αλκοολικός, παραβατικός και αυτοκτονικός – και η ξαδέλφη μου, τότε παντρεμένη με έναν άντρα που αργότερα θα γινόταν ένας απ’ τους ιδρυτές του τμήματος Αφροαμερικάνικων Σπουδών στο Σαν Ντιέγκο, με προσκάλεσε σε μια διαδήλωση που διοργάνωσε το τοπικό παράρτημα του Κονγκρέσου για τη Φυλετική Ισότητα (CORE) στο Σαν Ντιέγκο. Αυτή υπήρξε η φλεγόμενη βάτος μου και – ας μου συγχωρηθεί ο μελοδραματισμός – έδωσε στη ζωή μου κατεύθυνση. Όπως πολλοί άλλοι που καταπιάστηκαν με το θάρρος και την ομορφιά του κινήματος για τα Πολιτικά Δικαιώματα, έζησα το κίνημα σε κάθε του στάδιο, από το CORE, στο SDS (ήμουν μέλος πλήρους απασχόλησης για τρία χρόνια) κι από εκεί στη μαρξιστική Αριστερά (στη δική μου περίπτωση, το ετερόδοξο νοτιοκαλιφορνέζικο παράρτημα του Κομμουνιστικού Κόμματος που ήταν υπέρ του Ντούμπτσεκ). Αν το μυαλό μου χαρακτηρίζεται από μια εκκεντρική και ανορθόδοξη ροπή και το ταμπεραμέντο μου κλίνει προς την Κέλτικη μελαγχολία, οι πυρηνικές μου αξίες και ο αυτο-καθορισμός μου παραμένουν αποφασιστικά, σχεδόν στρατευμένα σοσιαλιστικά.

Πώς θα περιέγραφες το ευρύτερο περιβάλλον στη Νότια Καλιφόρνια εκείνη την περίοδο;

Όπως πολλοί από τους γείτονές μου, οι γονείς μου ήταν πρόσφυγες από την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης που έφτασαν με ωτοστόπ από τη Νότια Καλιφόρνια στο Οχάιο το 1938. Η κυρίαρχη «εθνικότητα» στην πόλη μας όπου υπήρχαν μόνο λευκοί ήταν η Νοτιοδυτική (Οκλαχόμα και Τέξας) και οι μεγαλύτερες θρησκευτικές ομάδες ήταν οι Βαπτιστές του Νότου και μετά – μ’ αυτή τη σειρά – οι Πεντηκοστιανοί, οι Μορμόνοι και οι Μεθοδιστές. Ο κεντρικός δρόμος χώριζε εν πολλοίς την πόλη με βάση τον πλούτο και την κουλτούρα. Η δική μας πλευρά ήταν φτωχότερη και φημισμένα “redneck”1 με τροχόσπιτα, μια γνωστή αίθουσα χορού που έπαιζε κάουντρι και ένα κοντινό ροντέο. Η άλλη πλευρά – νότια του κεντρικού – ήταν κυρίως μεσοαστοί Μεθοδιστές με κουλτούρα παραλίας. Εμείς αυτοπροσδιοριζόμασταν πρωτίστως ως «Δυτικοί» και αντιπαθούσαμε σφόδρα τους σέρφερ. Ο ρατσισμός και ο λυσσαλέος αντι-κομμουνισμός ήταν διάχυτοι, αλλά λόγω του μεγάλου αριθμού των συνδικαλιζόμενων εξειδικευμένων εργατών στην κατασκευή αεροσκαφών και τον κατασκευαστικό τομέα, η περιοχή μας έβγαζε Δημοκρατικούς αντιπροσώπους. Η Ένωση Τζον Μπιρτς ήταν πολύ ενεργή και παρανοϊκή, αλλά σε τελευταία ανάλυση, το Συνδικάτο των Μηχανικών στα αεροσκάφη ήταν πιο επιδραστικό πολιτικά.

Στη μελέτη σου για την αμερικάνικη εργατική τάξη, υποστήριξες πως το Δημοκρατικό Κόμμα δεν μπορεί να είναι ο πολιτικός φορέας που θα επιφέρει σημαντικές κοινωνικές μεταβολές υπέρ των συμφερόντων των υποτελών τάξεων. Εξακολουθείς να το πιστεύεις; Έκανε κάποια αξιοσημείωτη διαφορά ο Ομπάμα σε σχέση με τους άλλους ηγέτες του κόμματος ή ήταν μία απ’ τα ίδια;

Το κακό – και αυτή η λέξη αρμόζει – του κλιντονικού νεοφιλελευθερισμού μας ουρλιάζει σε κάθε ομιλία του Τραμπ. Οι ενθουσιώδεις καμπάνιες του Τζέσι Τζάκσον με τη Συμμαχία «Ουράνιο Τόξο» τη δεκαετία του ’80, απέδειξαν ότι είναι εφικτό να συμμαχήσουν οι παλιές βιομηχανικές περιοχές με τα γκέτο, αλλά η κεντροδεξιά αντιπολίτευσή του στους Δημοκρατικούς – το Συμβούλιο Δημοκρατικής Ηγεσίας του Μπιλ Κλίντον – έκαψε όλες τις γέφυρες προς μια οικονομικά προοδευτική ενότητα μεταξύ των απειλούμενων λευκών εργατών του παραγωγικού τομέα και των φτωχών εργαζομένων στα μπάριο και τα γκέτο. Υπεραμυνόμενες σταθερά του παγκόσμιου ελεύθερου εμπορίου, των ελίτ της πληροφορίας και της χρηματιστικοποίησης εις βάρος της παραγωγής, οι προεδρίες των Κλίντον και Ομπάμα έχουν πρυτανεύσει στην καταστροφή των βιομηχανιών και των βιομηχανικών συνδικάτων που αποτελούσαν τη ραχοκοκκαλία της Δημοκρατίας του Νιού Ντιλ. Υπό τον Ομπάμα, που συνέχισε την επίθεση του Μπους στους εκπαιδευτικούς και τις περικοπές στο δημόσιο τομέα, τα συνδικάτα του δημοσίου αντιμετωπίζουν τώρα έναν παρόμοιο αποδεκατισμό.

Ίσως το πιο σοκαριστικό να είναι η παθητικότητα της Κυβέρνησης και της ηγεσίας των Δημοκρατικών απέναντι στη χρηματοδοτούμενη από τους αδερφούς Κοχ επίθεση με σκοπό τη διάλυση των συνδικάτων και την τσεκούρωμα των δημοσίων δαπανών στο Ουισκόνσιν, το Μίσιγκαν και το Οχάιο. Πιθανώς λιγότερο επεισοδιακή, αλλά διόλου ευκαταφρόνητη, είναι και η απουσία οποιασδήποτε πρωτοβουλίας θα ασχολούνταν με την καταστροφική απώλεια θέσεων εργασίας και την αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού στις βιομηχανίες και εξορυκτικές ζώνες στον ορεινό Νότο, συμπεριλαμβανομένου και του άλλοτε απόρθητου Δημοκρατικού οχυρού της Δυτικής Βιρτζίνια – της αντίστοιχης αμερικάνικης Ανατολικής Γερμανίας, αν θέλεις. Η θρησκευτική ατζέντα των συντηρητικών έχει κερδίσει το μεγάλο εκλογικό της προβάδισμα σ’ αυτές τις περιοχές, ακριβώς επειδή οι Δημοκρατικοί δεν έχουν τίποτα να αντιτείνουν με τη μορφή κάποιας οικονομικής πολιτικής.

Πώς σχολιάζεις το φαινόμενο Τραμπ;

Με βάση τα παραπάνω, το φαινόμενο Τραμπ δεν θα έπρεπε να προκαλεί τέτοια έκπληξη. Επί σειρά χρόνων, ο πρώην νιξονικός δημαγωγός Πατ Μπιουκάναν – μια αστερόεσσα Λε Πεν από τζάκι – τασσόταν υπέρ ενός «αυτόχθονος» οικονομικού εθνικισμού, με μια εξωτερική πολιτική βασισμένη στο δόγμα «Πρώτα η Αμερική». Ως υποψήφιος για την Προεδρία, ο Μπιουκάναν σημείωσε έναν εντυπωσιακό αριθμό νικών στους προκριματικούς των ρεπουμπλικάνων, παρότι, χωρίς την υποστήριξη των μεγάλων εκκλησιών και των δισεκατομμυριούχων, έσβησε γρήγορα. Ο Τραμπ, με την τεράστια προσωπική του περιουσία και την ευφυή χρήση των εξωφρενικών δηλώσεων που του επιτρέπει να παραμένει στην πρώτη γραμμή των ειδήσεων, κινείται ανεξάρτητα από το ακροδεξιό καθεστώτος και τις ιδεολογικές επιταγές του. Η επιτυχία του δίνει εν μέρει μια απάντηση στο γνωστό ερώτημα του Τομ Φρανκ στο βιβλίο του «Τι Τρέχει με το Κάνσας;» το 2004: γιατί οι λευκοί εργάτες υποστηρίζουν συντηρητικές σταυροφορίες, η οικονομική πολιτική των οποίων αντίκειται ριζικά στα συμφέροντά τους; Η εκστρατεία του Τραμπ, με τη δημαγωγική της έμφαση στη δημιουργία θέσεων εργασίας, δείχνει πως η ψευδής συνείδηση έχει τα όριά της και ότι οι λευκοί που βρίσκονται σε καθοδική κινητικότητα δεν είναι πια ρομποτικοί ακόλουθοι του Ιδρύματος Heritage Foundation και της Χριστιανικής Δεξιάς. Αν ο Τραμπ κινητοποιήσει τη σκοτεινή πλευρά, όπως έκανε και ο σατανικός Τζωρτζ Ουάλας το 1968, θα αναδείξει τον βαθμό της αποξένωσης μεταξύ των «Ριγκανικών Δημοκρατών» και των απογόνων τους, που μπορεί να καταστρέψει το μετα-ριγκανικό Ρεπουμπλικάνικο Κόμμα που σχημάτισε ο Νιούτ Γκίνγκριτς το 1994.

Βλέπεις καμία δυνατότητα στην υποψηφιότητα του Μπέρνι Σάντερς να επιφέρει μια αλλαγή;

Ο Σάντερς ή μάλλον η βάση του, είναι το πιο καινοτόμο και απρόβλεπτο φαινόμενο. Ως κάποιος που ήταν σκεπτικός για το κίνημα Occupy (όπου κυριαρχούσαν παιδιά των ελίτ και ένας ψευδο-αναρχισμός), βρίσκω την παρούσα εξέγερση της γενιάς αυτής, εκπληκτική σε μέγεθος, πάθος και περιεκτικότητα. Παρότι το μεγαλύτερο μέρος των στελεχών της καμπάνιας προέρχεται από τα 100 κορυφαία πανεπιστήμια της χώρας, η ψυχή του κινήματος του Σάντερς βρίσκεται αλλού: στις αγροτικές σχολές, τα λύκεια, τους ράπερ και τις ολοένα αυξανόμενους τάξεις των καταρτισμένων, αλλά υποαπασχολούμενων νέων. Τα παιδιά των νέων μεταναστών γίνονται όλο και πιο ορατά στην καμπάνια καθώς αυτή ταξιδεύει προς δυσμάς και μπαίνει στις μεγάλες πόλεις. Κάθε σύγκριση μεταξύ του Αλ Σμιθ και του Μπέρνι Σάντερς θα ήταν παράλογη, αλλά το 2016 θυμίζει όλο και περισσότερο τις προεδρικές εκλογές του 1928. Παρότι ο συντηρητικός Δημοκράτης Σμιθ (ο πρώτος Καθολικός που διεκδίκησε τον Λευκό Οίκο) έχασε από τον Χέρμπερ Χούβερ, οι εκλογές σηματοδότησαν την έναρξη της εποχής του Ρούζβελτ, καθώς τα παιδιά του Έλις Άισλαντ – φτωχοί Καθολικοί και Εβραίοι – άρχισαν να έχουν σημαντική επιρροή στις δημοσκοπήσεις. Αντιστοίχως, η καμπάνια του Σάντερς, ακόμα περισσότερο κι απ’ ότι το θαύμα του Ομπάμα το 2008, αποτελεί την απόδειξη μιας ριζικής αναδιάταξης που καθοδηγείται από τους καινούργιους εκλογείς που θα σχηματίσουν τη μελλοντική πλειοψηφία με πολύ διαφορετική ατζέντα.

Θα ήθελες να εξηγήσεις λίγο περισσότερο αυτό το είδος πολιτικής «αναδιάταξης» που αυτή τη στιγμή λαμβάνει χώρα στο Κόμμα των Δημοκρατικών;

Η «αναδιάταξη» στη σύγχρονη αμερικάνικη πολιτική επιστήμη είναι μια αμφιλεγόμενη έννοια, πολύ λιγότερη δημοφιλής πια απ’ ότι ήταν στην ερμηνευτική της ακμή στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και το ’70. Πολλοί μικροί σεισμοί έχουν διαγνωστεί λανθασμένα ως ο «Μεγάλος». Ωστόσο, δεν μπορώ να σκεφτώ καλύτερο όρο να περιγράψει αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή στο Δημοκρατικό Κόμμα. Αντίθετα με τους Ρεπουμπλικάνους που όντως καταρρέουν και «αποδιατάσσονται», τουτέστιν φρικάρουν, οι Δημοκρατικοί ζουν τις ωδίνες μιας διαγενεακής μετάβασης που δείχνει καθαρά προς μια συνεκτική αριστερόστροφη κατεύθυνση. Υπερβολή; Όχι σύμφωνα με τα δεδομένα των δημοσκοπήσεων, όπου η υποστήριξη του Σάντερς ανάμεσα στους ψηφοφόρους κάτω των 30, όπως και το έλλειμμα της Κλίντον στο ίδιο κοινό, είναι χωρίς προηγούμενο. Ακόμα πιο πρωτοφανής είναι η δημοφιλία του «σοσιαλισμού» στους Millenials. Οι δημοσκοπήσεις στο σύνολο της επικράτειας από το 2011 και μετά δείχνουν σταθερά μια πλειοψηφία στις ηλικίες κάτω των 30 να προτιμάει τον σοσιαλισμό από τον καπιταλισμό, μια ριζική αλλαγή κατ’ εμέ, ακόμα κι αν οι δύο έννοιες δεν είναι αυστηρά ορισμένες.

Ο Σάντερς μπορεί να διακωμωδείται για την υποτιθέμενη πρόθεση του να μετατρέψει τις ΗΠΑ σε Δανία, αλλά το πραγματικό σημείο σημείο αναφοράς της εκστρατείας του είναι η πρόταση του Φράνκλιν Ντελάνο Ρούζβελτ για τη θέσπιση μιας Οικονομικής και Κοινωνικής Χάρτας Δικαιωμάτων, η πλατφόρμα της προεκλογικής καμπάνιας του 1944 και η κορύφωση του σύγχρονου φιλελευθερισμού. Στο μετα-φιλελεύθερο πολιτικό σύστημά μας, ωστόσο, το δικαίωμα στην περίθαλψη και τη δωρεάν πανεπιστημιακή παιδεία, αποτελεί πια «σοσιαλιστικό» αίτημα (ή «μεταβατικό αίτημα», με την έννοια που δίνει ο Τρότσκυ).

Ποια είναι τα βασικά όρια που βλέπεις στην εκστρατεία του Σάντερς;

Η εκστρατεία του Σάντερς μπορεί φυσικά να κριθεί ως μονοδιάστατη: οι θέσεις του για την εξωτερική πολιτική για παράδειγμα είναι απογοητευτικά ασαφείς και σε πολλά σημεία τους, ελάχιστα διαφέρουν απ’ αυτές της Κλίντον. Οι επιμέρους οικονομικές του μεταρρυθμίσεις είναι πολύ λιγότερο ριζοσπαστικές απ’ ότι φαίνονται. Η διάσπαση των Μεγάλων Τραπεζών για παράδειγμα, είναι μια αναβίωση του προοδευτισμού του Λα Φολέτ και του Τζωρτζ Νόρις (μεγάλοι φιλελεύθεροι Ρεπουμπλικάνοι της δεκαετίας του ’30). Οι σοσιαλιστές θα πρότειναν την κρατικοποίησή τους και τη μετατροπή τους σε δημόσια κοινωφελή ιδρύματα. Η φορολογία που προτείνει για τους ζάμπλουτους είναι ίδια με του Λίντον Τζόνσον και ελαφρύτερη από του Αϊζενχάουερ. Πέρα απ’ αυτά, έχει επίσης προσεκτικά παρακάμψει παραδοσιακά αριστερά αιτήματα σχετικά με τις στρατιωτικές δαπάνες και την κατάργηση του αστυνομικού κράτους. Η δε στρατηγική απασχόλησης (το δικαίωμα σε μία αξιοπρεπή δουλειά ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος του προγράμματος του FDR) είναι άτολμη και τετριμμένη: όλοι οι πρόσφατοι Δημοκρατικοί έχουν ταχθεί τακτικά και χωρίς αναστολές υπέρ της δημιουργίας θέσεων εργασίας μέσω επενδύσεων. Ελάχιστα μπορεί να αντιμετωπιστεί έτσι ο μόνιμος στασιμοπληθωρισμός.

Παρ’ όλα αυτά, ο Σάντερς παρέχει μερικώς ένα πρότυπο – ακόμα κι αν αυτό συντίθεται από πολιτικές της εποχής του Νιου Ντιλ – για μια πολιτική που ανταποκρίνεται τόσο στις αξίες των ίσων ευκαιριών και τις ανάγκες της νέας πλειοψηφίας για οικονομική επιβίωση. Ο συνδετικός κρίκος που λείπει, πέρα από μια αυθεντικά προοδευτική κριτική της εξωτερικής πολιτικής, αφορά προφανώς τον δισταγμό από μέρους του να αναγνωρίσει τα δομικά στοιχεία του ρατσισμού πέρα από την καταστροφή της μαζικής φυλάκισης. Η εκ νέου εμφάνιση διακρίσεων μέσα στη δημόσια παιδεία και η χρηματοοικονομική καταστροφή των πόλεων με μη-λευκή πλειοψηφία είναι δύο μεγάλα ζητήματα που καλούν προς επίλυση. Οι νέοι εμπιστεύονται τον Σάντερς ότι θα υπερασπιστεί τους Ονειροπόλους και τους γονείς τους, αλλά είναι απίθανο η εκστρατεία του να παράγει τελικά μια πολιτική τόσο ριζοσπαστική όσο αυτή του Πάπα Φραγκίσκου και της επιμονής του για την προτεραιότητα των ανθρώπινων ζωών έναντι της εθνικής κυριαρχίας. Αλλά δεν έχει σημασία, ο ηλικιωμένος γρανιτοπρόσωπος έχει επιτύχει πολλά περισσότερα απ’ αυτά που θεωρούνταν εφικτά και είναι ευθύνη του κινήματος που βρίσκεται σε εμβρυϊκό στάδιο στην εκστρατεία, να αναλάβει το μακροπρόθεσμο έργο του συντονισμού της συνδικαλιστικής οργάνωσης, των εκστρατειών υπέρ των δικαιωμάτων και της εκλογικής εξέγερσης.

Κάποτε ο σοσιαλιστής κριτικός της κουλτούρας, Ρέιμοντ Γούιλιαμς, είπε πως «το να είσαι πραγματικά ριζοσπαστικός, σημαίνει να κάνεις εφικτή την ελπίδα, αντί να καθιστάς την απελπισία πειστική». Ποια είναι η άποψή σου γι’ αυτό;

Η «ελπίδα» δεν είναι επιστημονική έννοια. Ούτε αποτελεί κάποια υποχρέωση στη συγγραφή πολεμικών. Απ’ την άλλη, η διανοητική εντιμότητα είναι τα παραπάνω και προσωπικά προσπαθώ να λέω τα πράγματα ως έχουν, όσο λανθασμένες κι αν ενδέχεται να είναι οι ιδέες και οι αναλύσεις μου. Πιστεύω ανοιχτά ότι έχουμε φτάσει στο σημείο μιας «τελικής σύγκρουσης» που θα καθορίσει την επιβίωση μεγάλου μέρους των φτωχών ανθρώπων στον μισό προσεχή αιώνα. Ενάντια σ’ αυτό το μέλλον πρέπει να παλέψουμε όπως ο Κόκκινος Στρατός στα συντρίμμια του Στάλινγκραντ. Να παλέψουμε με ελπίδα, να παλέψουμε χωρίς ελπίδα, αλλά να παλέψουμε ολοκληρωτικά.

__

¹ Λευκός συντηρητικός χωριάτης της επαρχίας του Νότου των ΗΠΑ.


ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ

Γιώργος Σουβλής


Ο Γιώργος Σουβλής είναι υποψήφιος διδάκτορας Ιστορίας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Φλωρεντίας ...

ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ

Μαρία - Χριστίνα Βόγλη


Η Μαρία - Χριστίνα Βόγλη είναι απόφοιτος του τμήματος κοινωνιολογίας του LSE....