unfollow-sindromes
unfollow-sindromes
FREE - WEB ONLY - ΑΡΘΡΑ - ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Πίσω από την Πόρσε

| 28/2/2017

Ο πλούσιος που μας σκοτώνει με την ασυλία του κράτους και τα λεφτά του μπαμπά του κονταροχτυπιέται ως εξηγήση με τον 'Ελληνα (γενικώς) που είναι ασύδοτος και δεν έχει οδηγική παιδεία. Ουσιοκρατικές κατηγορίες (τόσο ο πλούσιος όσο και ο Ελληνας) που αναπαράγουν τις ίδιες και τις ίδιες εκδοχές γι’αυτό που συντελείται τα τελευταία χρόνια και που αντιλαμβανόμαστε ως χαμό μας. Είτε φταίνε «αυτοί», που δεν είναι σαν κι εμάς, που έχουν δύναμη, εξουσία και δεν λογαριάζουν τις μικρές, φτηνές ζωές μας, είτε για το χαμό ευθυνόμαστε όλοι μαζί (ως λαός) που χρεωνόμαστε, που δεν έχουμε Ευρωπαϊκή (οικονομική και οδηγική) «παιδεία», που ξοδεύουμε παραπάνω από οσο πρέπει, που δεν σεβόμαστε κανέναν Κώδικα.


Ο τρόπος με τον οποίο ένα δυστύχημα μετατράπηκε μέσα σε λίγες ώρες σε αρχετυπική Φωσκολική τραγωδία δείχνει μια κοινωνία στα πρόθυρα νευρικής κρίσης. Το να εκμεταλλεύονται τα ΜΜΕ μια τραγική ιστορία που έχει χρήμα, πόνο, Πόρσε και νεκρούς είναι ως ένα βαθμό αναμενόμενο. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο θάνατος καταναλώνεται οπτικοακουστικά, «καρέ-καρέ», «σε ζωντανή σύνδεση με τον τόπο του δυστυχήματος», όπου «το μοιραίο αυτοκίνητο συνέχισε την ξέφρενη πορεία του» και τα λοιπά και τα λοιπά.

‘Εχουν συμβεί και χειρότερα. Υπήρξαν περιπτώσεις στο παρελθόν, που συγγενείς πρώτου βαθμού έμαθαν το τροχαίο από την τηλεόραση. Ειδικά τα χρόνια που είχαμε ψωμί να φάμε, και η «πόλη ήταν μια κούκλα» σύμφωνα με τις παραγωγούς του Nitro radio –για την Αθήνα λέμε τώρα, φαντάσου!– δυστυχήματα, φόνοι, κλοπές ήταν το σκληρό ριάλιτυ που αύξανε την τηλεθέαση των δελτίων ειδήσεων. Δυστυχήματα, φόνοι, κλοπές, οι πρώτες βουτιές των Αθηναίων (γυναικών), σκάνδαλα πριν τις εκλογές, σκληρά εσωκομματικά ροκ και ο συχωρεμένος ο Κακαουνάκης. Όσον αφορά τα ΜΜΕ λοιπόν, η μετατροπή το θανάτου σε καταναλωτικό τηλεπροϊόν δεν ξενίζει κανέναν.

Εκεί που τα πράγματα αρχίζουν να περιπλέκονται είναι ο τρόπος που συζητήθηκε το γεγονός (και η έκταση που πήρε) στα social media με πρωτοβουλία όλων ημών. Αξίζει να παρατηρήσουμε ότι παρόμοια δυστυχήματα, θάνατοι και φόνοι αποτελούν τα τελευταία χρόνια κατ’ εξοχήν σημεία ταύτισης του κόσμου. Οι συλλογικές αυτές προβολές αφορούν επάλληλους κοινωνικούς μηχανισμούς επεξεργασίας της μέσα μας λύπης για τον χαμό, την ήττα και το θάνατο που βιώνουμε ως μια κρυπτο/νεο-αποικία. Το συλλογικό φαντασιακό χρησιμοποιεί την τραγωδία του άλλου όπως ακριβώς το περιέγραψε ο Αριστοτέλης: συμ-πάσχοντας και αναλογιζόμενοι με φόβο πως θα ήταν αν ήμασταν εμείς στη θέση των πρωταγωνιστών, προπαθούμε να λυτρωθούμε από ανάλογα ψυχικά συναισθήματα χαμού. Ο θάνατος, η αποσύνθεση, που δεν σέβονται και δεν φοβούνται ούτε τα μωρά παιδιά που πνίγονται, σκοτώνονται, δολοφονούνται, αυτοκτονούν, είναι συμβολικά μοτίβα των Αποκαλυτικών καιρών που βιώνουμε ως κοινωνία. ‘Η καλύτερα του Αποκαλυπτικού τρόπου με τον οποίο βιώνουμε την Ιστορία.

Porshe-2

Η λεγόμενη «καταστροφή της μεσαίας τάξης» δεν εκφράζεται βέβαια μονάχα οικονομικά. Εκφράζεται κυρίως μέσα από την απώλεια του πιο συγκεκριμένου χαρακτηριστικού των μεσαίων και ανώτερων τάξεων: της αίσθησης ότι το έδαφος κάτω απο τα πόδια μας είναι στερεό, που συνεπάγεται τη δυνατότητα να σχεδιάζει κανείς (έστω με αδρές γραμμές) το μέλλον. Μεταμορφωνόμαστε ραγδαία σε έναν λαό που δεν ξέρει τι του ξημερώνει αύριο. Γινόμαστε οι παππούδες μας, γινόμαστε και πάλι αυτό που προσπαθήσαμε με νύχια και με δόντια να αποφύγουμε. Αφού, να φανταστείς, ζούμε σε μια χώρα όπου υπάρχουν πια ειδήσεις ακόμα και τον Αύγουστο.

Η εκδρομή που κόπηκε με τον πιο απροσδόκητο τρόπο στη μέση, η πρεμιέρα που δεν έγινε, η παιδική φωνή που δεν ξανακούστηκε είναι οι μικρές-μεγάλες τραγωδίες, οι οποίες τόσο πολύ, τόσο έντονα, τόσο δικαιολογημένα μας συγκλονίζουν καθώς παραμένουμε να τις κοιτάμε ζωντανοί. Και είναι βέβαια με τους ζωντανούς που απομένουν που περισσότερο ταυτιζόμαστε. Με αρχετυπικές μάνες, με τραγικούς πατεράδες, με όσους μένουν πίσω και αγωνίζονται για δικαίωση. Και ο φονιάς είναι πάντα συμβολικός. Είναι το χρήμα, είναι η δύναμη, είναι η έξαλλη ζωή, είναι η σπατάλη, είναι η δυνατότητα να αγοράζεις το νόμο, να αγοράζεις την ατιμωρησία, να περνάς καλά όσο γύρω σου άλλοι υποφέρουν. Το «τσογλάνι με την Πόρσε» συμβολίζει πολλά. Πολλά περισσότερα από όσα θα έπρεπε (γιατί βέβαια κανείς δεν πιστεύει στα σοβαρά οτι ο τρόπος να μειώσουμε τα τροχαία στην Ελλάδα είναι να απαγορέψουμε τις Πόρσε ή την οδήγηση κάτω από τα 40). Δεν είμαι καν σίγουρη αν αυτό που θέλουμε είναι να ξεπατώσουμε την κάθε μια επιχείρηση που επιτρέπει την αγορά μιας Πόρσε σε εικοσάχρονα. Βάζω στοίχημα πως άν κάτι τέτοιο πήγαινε να συμβεί (να κλείσουμε δηλαδή την επιχείρηση) πολλοί από εμάς θα πήγαιναν να υπερασπιστούν το ψωμί του κάθε εργαζόμενου με τα 5 παιδιά που κινδυνεύει να μείνει στο δρόμο.

‘Ενας οδηγός Πόρσε που παραβιάζει κατάφορα το όριο ταχύτητας και προκαλεί το θάνατο τριών άλλων ανθρώπων και του εαυτού του γίνεται όμως πανεύκολα αφήγημα ταξικό, κι αν όχι, τότε εθνικό, και μάλιστα σε πολιτικές γραμμές πεπατημένες κι αναγνωρίσιμες. Ο πλούσιος που μας σκοτώνει με την ασυλία του κράτους και τα λεφτά του μπαμπά του κονταροχτυπιέται ως εξηγήση με τον ‘Ελληνα (γενικώς) που είναι ασύδοτος και δεν έχει οδηγική παιδεία. Ουσιοκρατικές κατηγορίες (τόσο ο πλούσιος όσο και ο Ελληνας) που αναπαράγουν τις ίδιες και τις ίδιες εκδοχές γι’αυτό που συντελείται τα τελευταία χρόνια και που αντιλαμβανόμαστε ως χαμό μας. Είτε φταίνε «αυτοί», που δεν είναι σαν κι εμάς, που έχουν δύναμη, εξουσία και δεν λογαριάζουν τις μικρές, φτηνές ζωές μας, είτε για το χαμό ευθυνόμαστε όλοι μαζί (ως λαός) που χρεωνόμαστε, που δεν έχουμε Ευρωπαϊκή (οικονομική και οδηγική) «παιδεία», που ξοδεύουμε παραπάνω από οσο πρέπει, που δεν σεβόμαστε κανέναν Κώδικα.

Επιστρατεύουμε όλες αυτές τις αλληγορίες –κάθε φορά άλλες, με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία– γιατί δεν έχουμε γλώσσα να μιλήσουμε γι’ αυτό που μας συμβαίνει. Ο Μαρξισμός δεν είναι της μόδας, αλλά και κατά βάθος δε θέλουμε να μοιραστούμε τίποτα. Πίσω απο την ιερή μας αγανάκτηση κρύβεται μια βαθιά, άγρια επιθυμία. Να ήμασταν λέει πλούσιοι, να ήμασταν δυνατοί, να είχαμε την Πόρσε, τις γκόμενες και την Αγιά Σοφιά, να ήμασταν άρχοντες του κόσμου και του εαυτού μας. Αδυνατούμε να σκεφτούμε διεθνιστικά γιατί ο εθνικισμός (εκτός από μαθημένο, βιωμένο ιδίωμα μας) είναι η κατ’ εξοχήν πολιτική τεχνολογία της ευρύτερης περιφέρειας στην οποία ζούμε. Είμαστε υποτελείς και οι υποτελείς δεν μπορούν να μιλήσουν¹ γιατί δεν έχουν δική τους φωνή, δικά τους εργαλεία, δική τους γλώσσα. Συνειδητοποιώντας οτι βρίσκονται εκτός πολιτισμικής ηγεμονίας («δεν είμαστε αρκετά Ευρωπαίοι»), μπορούμε μόνο να φαντασιωνόμαστε τους εαυτούς μας ως εν δυνάμει κεντρικό παράγοντα του πολιτικού ιμπεριαλισμού (προς το παρόν μέσω των προγόνων μας) που σιχαινόμαστε και ταυτοχρόνως θαυμάζουμε. Κι όσο δεν έχουμε γλώσσα και φωνή να μιλήσουμε για όσα μας συμβαίνουν, να συζητήσουμε και να αντιταχτούμε στην υποτέλεια μας εφευρίσκοντας νέους όρους πολιτικής και ιστορικής ύπαρξης, γυρεύουμε την κάθαρση στις καθημερινές τραγωδίες γύρω μας. Την κάθαρση και τη δικαίωση.

Η ομαδική μας ψυχανάλυση όμως, όχι μόνο δε γιατρεύει τις πληγές μας, όχι μόνο δε μας δίνει λύσεις, αλλά λειτουργεί σαν ένα δωμάτιο με πολλαπλούς παραμορφωτικούς καθρέφτες, στους οποίους οι πραγματικές συνθήκες αλλοτρίωσης και υποτέλειάς μας χάνονται στη διαδικασία της συνεχούς αναπαραγωγής του ίδιου μοτίβου με άλλους όρους. Η υποτέλειά μας θα συνεχίζεται όσο θα αδυνατούμε να μιλήσουμε πραγματικά για όσα μας συμβαίνουν, όσο η γλώσσα μας θα παραμένει μεταφορική, ξένη, κι αδύναμη να ακουμπήσει τις πραγματικές πληγές μας.

Πίσω απο την Πόρσε με τα λεφτά του μπαμπά δεν βρισκόταν απλώς ο νεαρός που έτρεχε χωρίς να υπολογίζει τίποτα. Βρισκόταν (για άλλη μια φορά) η ιστορία της ζωής μας.

___

¹ Κάνω ευθεία αναφορά στη Spivak: Can the subaltern speak? Στο C. Nelson & L. Grossberg (1988) Marxism and the Interpretation of Culture. University of Illinois Press.

 


ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ

Ελισάβετ Κυρτσόγλου


Η Ελισάβετ Κυρτσόγλου είναι καθηγήτρια κοινωνικής ανθρωπολογίας με ειδίκευση στην πολιτική στo Πανεπιστήμ...