FREE - WEB ONLY - ΑΡΘΡΑ - ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ

Οι Ρομά πίσω από τα κραυγαλέα πρωτοσέλιδα

| 13/6/2017

Οι Ρομά επανέρχονται κατά καιρούς στο προσκήνιο της επικαιρότητας, με αφορμή συνήθως γεγονότα που προκαλούν τον αποτροπιασμό και την κατακραυγή της λεγόμενης κοινής γνώμης. Άλλωστε, η παραβατική/εγκληματική συμπεριφορά που αποδίδεται συλλήβδην στις ρόμικες κοινότητες ή στους πολίτες ρόμικης καταγωγής είναι η μία όψη της στερεοτυπικής εικόνας που αναπαράγεται και γιγαντώνεται από τα ΜΜΕ, πλάι σε εκείνη της ρομαντικής ανεμελιάς των ανέστιων και αδέσμευτων ανθρώπων που χαίρονται ξέγνοιαστοι τη ζωή... Αν το ζητούμενο είναι η κατανόηση των φαινομένων αποκλεισμού στην ιστορικότητά τους και η τοποθέτηση των Ρομά, πέρα από τη στερεοτυπική εικόνα του εξωτικού ή παραβατικού Άλλου, ως ενεργών υποκειμένων στο πλέγμα των σχέσεων που διέπουν την ελληνική κοινωνία, τότε η ενίσχυση του διαλόγου με την ενεργητική συμμετοχή των ίδιων και ο επιστημονικός λόγος μάς είναι απαραίτητα. Το ζήτημα -που δεν περιορίζεται άλλωστε στην ελληνική περίπτωση, καθώς ο Αντιτσιγγανισμός, αυτή η ιδιαίτερη μορφή ρατσισμού απέναντι στους Ρομά, έχει βαθιές ρίζες και αναζωπυρώνεται στην Ευρώπη- δεν αφορά μόνο τους Ρομά, αλλά το σύνολο της κοινωνίας.


Οι Τσιγγάνοι/Ρομά, πληθυσμιακή ομάδα συχνά συνυφασμένη με στερεότυπες αντιλήψεις και προκαταλήψεις, επανέρχονται κατά καιρούς στο προσκήνιο της επικαιρότητας, με αφορμή συνήθως γεγονότα που προκαλούν τον αποτροπιασμό και την κατακραυγή της λεγόμενης κοινής γνώμης. Άλλωστε, η παραβατική/εγκληματική συμπεριφορά που αποδίδεται συλλήβδην στις ρόμικες κοινότητες ή στους πολίτες ρόμικης καταγωγής είναι η μία όψη της στερεοτυπικής εικόνας για τους Ρομά που αναπαράγεται και γιγαντώνεται από τα ΜΜΕ, πλάι σε εκείνη της ρομαντικής ανεμελιάς των ανέστιων και αδέσμευτων ανθρώπων που χαίρονται ξέγνοιαστοι τη ζωή…

Από την άλλη μεριά, θα πρέπει να επισημανθεί πως, παρά την μακραίωνη παρουσία τους στον ελλαδικό χώρο, οι πληθυσμοί Ρομά σε όλη τη χώρα παραμένουν, σε μεγάλο βαθμό, ακόμη και σήμερα, στο περιθώριο της κοινωνικής και οικονομικής ζωής.

Η ενασχόληση με τους Ρομά προσκρούει εξαρχής σε πολλά ζητήματα, αρχής γενομένης από τους ίδιους τους όρους που χρησιμοποιούνται για να προσδιορίσουν την πληθυσμιακή ομάδα που συνηθίσαμε να αποκαλούμε Τσιγγάνους ή Γύφτους. Σήμερα κατεξοχήν «πολιτικά ορθός» θεωρείται ο όρος Ρομά, με τον οποίο αυτοπροσδιορίζονται στην γλώσσα τους, την Ρομανί, και ο οποίος έχει καθιερωθεί ως κοινά αποδεκτή ονομασία από το διεθνές πολιτικό τους κίνημα. Ας σημειωθεί, πάντως, ότι σε αντίθεση με την διεθνή πρακτική, στην ελληνική περίπτωση προκρίνεται συχνά από τους ίδιους τους Ρομά ο όρος Έλληνες Τσιγγάνοι ή Έλληνες Ρομά, σε μια προφανή προσπάθεια υπογράμμισης της επιλογής τους για πρόσδεση στην ελληνική εθνική ιδέα.

Όπως σημειώνουν οι μελετητές,[i] φαίνεται πως η πρώτη ιστορικά παρουσία πληθυσμών Ρομά σε ευρωπαϊκό έδαφος καταγράφεται κατά την βυζαντινή περίοδο στον ελλαδικό χώρο, στην βενετοκρατούμενη Κρήτη, στη μεσαιωνική Κέρκυρα. Την ίδια, μάλιστα, περίοδο φαίνεται πως δημιουργούνται, όχι βέβαια από τους ίδιους αλλά από μη Ρομά, και οι όροι Τσιγγάνοι (Αθίγγανοι, Ατσίγγανοι) και Γύφτοι (Αιγύπτιοι), που έμελλε να χρησιμοποιηθούν ευρύτερα στις ευρωπαϊκές γλώσσες ως προσδιοριστικό των πληθυσμών Ρομά που εγκαταστάθηκαν στον ευρωπαϊκό χώρο. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία (και τα κράτη που την διαδέχθηκαν) αποτέλεσε εκείνον τον οργανωμένο πολυεθνικό πολιτισμικό χώρο στον οποίο οι Τσιγγάνοι αντιμετωπίστηκαν ως μια διακριτή οντότητα. Ακόμη και με τα στερεοτυπικά χαρακτηριστικά που μπορεί να τους αποδόθηκαν, η διαδικασία αυτή είναι κομβικής σημασίας και ενδέχεται να συνέτεινε στην διαμόρφωση συλλογικής ταυτότητας για τους ίδιους. Το ζήτημα αυτό είναι, σήμερα, ελάχιστα γνωστό σε Ρομά και μη Ρομά.

Τα τελευταία χρόνια, η έρευνα των αρχειακών πηγών αποκαλύπτει πως η σιωπή για τους Ρομά και την ιστορική τους υπόσταση είναι εν πολλοίς σιωπή της ερευνητικής κοινότητας και όχι των ίδιων των πηγών. Μάλιστα, πρόσφατες μελέτες ανατρέπουν καθιερωμένες αντιλήψεις σχετικά με την υποτιθέμενη διαρκή και διαχρονική κινητικότητα των Ρομά, την κοινωνική τους θέση, τον τρόπο ζωής και τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες. Στο «Φέουδο των Ατσίγγανων» (Feudum Acinganorum) της Κέρκυρας, για παράδειγμα, ο τρόπος ζωής και η κοινωνική θέση των Τσιγγάνων από το β΄ μισό του 16ου αι. και εξής βρίσκονταν σε αντιστοιχία με την υπόλοιπη τοπική κοινωνία: ήταν σταθερά εγκατεστημένοι, ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, μερικοί εργάζονται ως τεχνίτες, αχθοφόροι ή ψαράδες, η ενδυμασία τους δε διέφερε από αυτήν του υπόλοιπου πληθυσμού, ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι και γνώστες της ελληνικής γλώσσας (ενώ δεν μαρτυρείται διγλωσσία), κάποιοι είχαν ιδιόκτητες οικίες και εργαστήρια ακόμα και στο κέντρο της πόλης της Κέρκυρας[ii].

Ενδιαφέροντα στοιχεία για τη ζωή των Τσιγγάνων στη βενετοκρατούμενη Κρήτη κατά τον 16o και 17ο αιώνα προκύπτουν από το αρχειακό υλικό του Αρχείου του Δούκα της Κρήτης και ειδικότερα από τα νοταριακά έγγραφα, τα έγγραφα που συνέτασσαν οι συμβολαιογράφοι της εποχής[iii]. Η μελέτη του υλικού δείχνει πως οι Τσιγγάνοι ως οργανωμένη κοινωνία εμφανίστηκαν στην Κρήτη από τα τέλη του 15ου ή τις αρχές του 16ου αι. και διέμεναν στο Eξώπορτο του Xάνδακα, στη συνοικία «Aτζιγγαναριά». Όσοι ζούσαν εκεί φαίνεται ότι εξασκούσαν κυρίως την τέχνη του σιδηρουργού που τους πρόσφερε μια μεγαλύτερη οικονομική άνεση σε σχέση με όσους διέμεναν σε διάφορα χωριά του διαμερίσματος του Xάνδακα και υπηρετούσαν ως έμμισθοι κωπηλάτες στις γαλέρες. Ανάμεσα στους Τσιγγάνους της περιοχής ορισμένοι γνώριζαν ανάγνωση και γραφή, ενώ αρκετοί είχαν τη δυνατότητα να διαθέσουν υψηλή προίκα στις κόρες τους, τόσο σε μετρητά, κοσμήματα και ρουχισμό όσο και σε ακίνητα.

Στα νεότερα χρόνια, μια από τις εικόνες που συνοδεύουν τους Έλληνες Ρομά είναι αυτή των μουσικών και δη των πλανόδιων οργανοπαικτών, καθώς οι παραδοσιακές τοπικές κοινωνίες προσέδωσαν στους Ρομά μουσικούς έναν κοινωνικό ρόλο με συγκεκριμένες λειτουργίες και αρμοδιότητες. Μέσα από αυτήν τη διαδρομή οι Ρομά αναδεικνύονται σε συνδιαμορφωτές της νεοελληνικής ταυτότητας[iv]. Το παραδοσιακό πανηγύρι συνιστά τον κατεξοχήν τόπο της συνύπαρξης Ρομά και μη Ρομά, στη βάση ωστόσο του δόγματος «και μαζί και χώρια». Την ίδια ώρα που επιβεβαιώνεται τόσο ο ρόλος που έπαιξαν οι πλανόδιοι Τσιγγάνοι οργανοπαίχτες στη διάδοση των δημοτικών τραγουδιών όσο και το απαραίτητο της παρουσίας τους σε γλέντια και πανηγύρια, η ίδια η λαϊκή παράδοση, σε παραμύθια, παροιμίες, θρησκευτικές ιστορίες, τραγούδια, τους καταγράφει πλήρως απαξιωμένους, επικυρώνοντας και αναμεταδίδοντας αρνητικά στερεότυπα[v].

Still από το ντοκιμαντέρ της Μαρίνας Δανέζη, «Sam Roma»

Still από το ντοκιμαντέρ της Μαρίνας Δανέζη, «Sam Roma»

Ποιοι είναι όμως σήμερα οι Έλληνες Τσιγγάνοι/Ρομά και γιατί εξακολουθούν να παραμένουν σε μεγάλο ποσοστό στο περιθώριο; Αν το ζητούμενο είναι η κατανόηση των φαινομένων αποκλεισμού στην ιστορικότητά τους και η τοποθέτηση των Ρομά, πέρα από τη στερεοτυπική εικόνα του εξωτικού ή παραβατικού Άλλου, ως ενεργών υποκειμένων στο πλέγμα των σχέσεων που διέπουν την ελληνική κοινωνία, τότε η ενίσχυση του διαλόγου με την ενεργητική συμμετοχή των ίδιων και ο επιστημονικός λόγος μάς είναι απαραίτητα. Το ζήτημα – που δεν περιορίζεται άλλωστε στην ελληνική περίπτωση, καθώς ο Αντιτσιγγανισμός, αυτή η ιδιαίτερη μορφή ρατσισμού απέναντι στους Ρομά, έχει βαθιές ρίζες και αναζωπυρώνεται στην Ευρώπη – δεν αφορά μόνο τους Ρομά, αλλά το σύνολο της κοινωνίας. Ειδικά σε μια περίοδο κατά την οποία, προϊούσης και της οξείας κοινωνικοοικονομικής κρίσης που ωθεί εκ νέου στο περιθώριο και τον κοινωνικό αποκλεισμό τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, παρατηρείται έξαρση της μισαλλοδοξίας και του ρατσισμού.

Την εποχή της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης και της πολυπολιτισμικότητας και της ταυτόχρονης «έξαρσης των ταυτοτήτων», το ζήτημα της συλλογικής ταυτότητας των Τσιγγάνων/Ρομά συνεχίζει να προκαλεί συζητήσεις, που συχνά εγκλωβίζονται στην αναζήτηση «πολιτισμικών διαφορών» και σταθερών, αναλλοίωτων και ενιαίων για όλους τους Ρομά χαρακτηριστικών, παραγνωρίζοντας τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες που διαμόρφωσαν τον τρόπο ζωής των επιμέρους ομάδων και τις σχέσεις τους με την συνολική κοινωνία[vi]. Ακόμη κι αν δεχτούμε πως σε μια παραδοσιακή, προβιομηχανική ιστορική φάση οι κοινότητες των Ρομά στον ελλαδικό χώρο (και όχι μόνον αυτές, άλλωστε) συγκροτούν στοιχεία ταυτότητας που ανιχνεύονται στις παραδόσεις τους, στη μουσική, στις διηγήσεις και τα παραμύθια τους, το ερώτημα παραμένει: πόσο ισχυρά παραμένουν σήμερα τέτοια στοιχεία ταυτότητας; Σε τι συνίσταται, αν υπάρχει, η «πολιτισμική ιδιομορφία» των Ρομά και ποιος είναι αρμόδιος να την περιγράψει; Ποιος νομιμοποιείται να κωδικοποιήσει τον όποιο «ιδιαίτερο πολιτισμό» τους, αν όχι οι ίδιοι, επιλέγοντας ταυτόχρονα και τους τρόπους για να κατακτήσουν μια θέση στον «γενικό πολιτισμό» και να επωφεληθούν από την όλη διαδικασία; Είναι η «πολιτισμική ιδιαιτερότητα» τελικά ή οι κοινωνικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν ιστορικά, το στοιχείο που κρατά μεγάλα κομμάτια των Ρομά πληθυσμών στο κοινωνικό και οικονομικό περιθώριο;

Αξίζει να δείτε:
Τον λόγο στους ίδιους τους Έλληνες Ρομά, μέσα από την κινηματογραφική γλώσσα, δίνουν τέσσερις ταινίες, συμπαραγωγές του Βυζαντινού Μουσείου και του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, που γυρίστηκαν την περίοδο 2014-15. Ο Νίκος Αναγνωστόπουλος με τις «Φυλές των Ρομά», ο Σταύρος Ψυλλάκης με τις «Μικρές ιστορίες Ρομά», η Μύρνα Τσάπα με την «Οδό Ίριδος» και η Μαρίνα Δανέζη με το «Sam Roma», με τις προσωπικές τους ματιές και ευαισθησίες, επιχειρούν την καταγραφή και γνωστοποίηση σε ευρύτερα ακροατήρια άγνωστων πτυχών της σημερινής πραγματικότητας διαφορετικών κοινοτήτων των Ελλήνων Ρομά και του τρόπου που αυτή συμπλέκεται με την ιστορικότητα και την συλλογική ταυτότητα των συγκεκριμένων πληθυσμών. Οι ταινίες γυρίστηκαν στο πλαίσιο της πολύμορφης δράσης «Με τους Ρομά στο Μουσείο», που υλοποίησε το Βυζαντινό Μουσείο την περίοδο 2013-14, με στόχο να προωθήσει την πρόσβαση Ρομά πληθυσμών στην πολιτιστική κληρονομιά, να τονώσει την ιστορική τους αυτογνωσία, να γνωστοποιήσει σε ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας χαρακτηριστικά της κοινότητας των Ελλήνων Ρομά που ανατρέπουν στερεότυπες αντιλήψεις.

___

[i] I. Hancock, On Romani Origins and Identity: Questions for Discussion, στο A. Marsh – E. Strand Gypsies and the Problem of Identities: Contextual, Constructed and Contested. Istanbul 2006, 69-92 και Μ. Τερζοπούλου – Γ. Γεωργίου, Οι Τσιγγάνοι στην Ελλάδα, Ιστορία – Πολιτισμός. Αθήνα [Γενική Γραµµατεία Λαϊκής Επιµόρφωσης] 1996.

[ii] Ι. Αθανασοπούλου, Το «Φέουδο των Ατσίγγανων» στη μεσαιωνική Κέρκυρα, στο Σ. Γκότσης (επιμ.) Ρομά. Ιστορικές διαδρομές και σημερινές αναζητήσεις. Αθήνα [Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο] 2014, 55-70.

[iii] Γ. Κ. Μαυρομάτης, Αρχειακές μαρτυρίες για την παρουσία Τσιγγάνων στη βενετοκρατούμενη Κρήτη (16ος-17ος αιώνας), στο Σ. Γκότσης ό.π., 71-84.

[iv] Μ. Αχαλινωτόπουλος, Εκδοχές και συνεκδοχές των ελληνικών παραδοσιακών σκοπών μέσα από την ερμηνεία των Ρομά μουσικών. Παράβαση, συντήρηση ή ανανέωση;, στο Σ. Γκότσης ό.π., 85-97.

[v] Π. Μπουκάλας, Στα πανηγύρια μας, και μαζί και χώρια, στο Σ. Γκότσης ό.π., 99-108.

[vi] Βλ. ενδεικτικά Σ. Τρουμπέτα, Εισαγωγή: Η αναζήτηση των Ρομά στις υποσημειώσεις της ιστορίας και στα πρωτοσέλιδα της πολιτικής, στο Σ. Τρουμπέτα (επιμ.), Οι Ρομά στο σύγχρονο ελληνικό κράτος. Συμβιώσεις, αναιρέσεις, απουσίες. Αθήνα 2008, σ. 11-76.


ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ

Στάθης Γκότσης


Ο Στάθης Γκότσης είναι ιστορικός....