unfollow-sindromes
unfollow-sindromes
UNFOLLOW newsletter
FREE - WEB ONLY - ΑΡΘΡΑ - ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Ο Τάσος Θεοφίλου πρέπει να κηρυχθεί αθώος

& | 6/7/2017

Η δίκη του Τάσου Θεοφίλου σε δεύτερο βαθμό φτάνει στο τέλος της. Αύριο, Παρασκευή 7 Ιουλίου, αναμένεται να εκδοθεί η απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων. Ενόψει της έκδοσης της απόφασης, το κρίνουμε χρήσιμο να αναφερθούμε στα κυριότερα από τα πολλά παράδοξα αυτής της υπόθεσης, που την κάνουν να αποτελεί όνειδος για τη Δικαιοσύνη.


Στις 10 Αυγούστου 2010, πραγματοποιείται ένοπλη ληστεία στο υποκατάστημα της Alpha Bank στη Νάουσα της Πάρου, από τέσσερις δράστες με καλυμμένα χαρακτηριστικά (φορούν καπέλα και γυαλιά ηλίου) και λεία 60 χιλιάδες ευρώ. Στην έξοδο από την τράπεζα, οι ληστές βρίσκονται αντιμέτωποι με έναν οδηγό ταξί, τον 53χρονο Δημήτρη Μίχα, ο οποίος επιχειρεί να τους σταματήσει. Δέχεται θανάσιμο πυροβολισμό και οι ληστές διαφεύγουν με ένα μαύρο Opel Corsa με φιμέ τζάμια, το οποίο πυρπολούν στην περιοχή του Αμπελά. Καθοριστικό στοιχείο, όπως πληροφορεί το αστυνομικό ρεπορτάζ εκείνων των ημερών, είναι και ένα κινητό τηλέφωνο που έπεσε από έναν από τους δράστες, ύστερα από τη δολοφονία του οδηγού.

Οι έρευνες τις αστυνομίας εστιάζονται στο αυτοκίνητο με το οποίο διαφεύγουν αρχικά οι ληστές και το οποίο συνδέεται με ένα περιστατικό που είχε συμβεί στις 10 Νοεμβρίου 2010 στο Ελληνικό. Εκείνη την ημέρα δύο νεαροί άντρες με καταγωγή από την Αλβανία, οι οποίοι επιβαίνουν σε ένα μαύρο Opel Corsa με φιμέ τζάμια, κλέβουν το αυτοκίνητο ενός πολίτη που βρισκόταν σταθμευμένο στο πάρκινγκ του πολυκαταστήματος Praktiker. Οι δράστες διαφεύγουν χωριστά με τα δύο αυτά αυτοκίνητα. Άμεσα εντοπίζονται από αστυνομικούς της ομάδας ΔΙΑΣ οι οποίοι τους καταδιώκουν και τελικά συλλαμβάνουν τον οδηγό του αυτοκινήτου που μόλις είχε κλαπεί από το πολυκατάστημα. Ο άνδρας αυτός φυλακίζεται, ενώ ο δεύτερος, ο οδηγός του Opel Corsa, διαφεύγει. Σύμφωνα με το αστυνομικό ρεπορτάζ των ημερών εκείνων, το αυτοκίνητο με το οποίο διέφυγαν οι ληστές της Πάρου και στη συνέχεια πυρπόλησαν στον Αμπελά της Πάρου, ήταν το αυτοκίνητο με το οποίο διέφυγε ο δεύτερος δράστης εκείνης της απόπειρας στο Ελληνικό.

Είναι ενδεικτικό το ρεπορτάζ του γνωστού αστυνομικού ρεπόρτερ της εφημερίδας Το Βήμα, Βασίλη Λαμπρόπουλου, τρεις ημέρες μετά τη ληστεία (13/08/12) στο οποίο μεταξύ άλλων αναφέρει: «Επιπλέον προέκυψε ότι ο συλληφθείς, το 2010, νεαρός Αλβανός (ο οποίος δεν είχε απασχολήσει μέχρι τότε τις αστυνομικές αρχές) είχε αρνηθεί να πει οτιδήποτε για την ταυτότητα του συνεργού του, ο οποίος φαίνεται τώρα να πρωταγωνιστεί στην αιματηρή ληστεία της Πάρου. Όμως οι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. φέρεται να έχουν συγκεντρώσει κρίσιμα στοιχεία για την σύνθεση αυτής της συμμορίας».

Το δεύτερο στοιχείο στο οποίο εστιάζονται οι έρευνες της αστυνομίας είναι το κινητό τηλέφωνο. Από επόμενο ρεπορτάζ του ίδιου αστυνομικού ρεπόρτερ της εφημερίδας Το Βήμα, διαβάζουμε: «Τέλος, από την εξέταση του καρτοκινητού που έπεσε από έναν από τους δράστες διαπιστώθηκε ότι είχε πραγματοποιήσει μόνο μία -δύο κλήσεις προς συνεργούς του την ημέρα της ληστρικής επίθεσης. Από εταιρείες κινητής τηλεφωνίας έχει ήδη ζητηθεί να δώσουν κατεπειγόντως απάντηση σχετικά με τα στοιχεία των κατόχων των κινητών, τον τρόπο αγοράς τους, τους κωδικούς ΙΜΕΙ των συσκευών τους, τις κάρτες SIM που έχουν δεχθεί αυτές οι συσκευές και τις τυχόν άλλες κλήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί με αυτές».

Ενώ, όμως, σύμφωνα με το αστυνομικό ρεπορτάζ των ημερών, την Πέμπτη 16 Αυγούστου αναμένονταν οι πληροφορίες που θα έδινε η κάρτα SIM του συγκεκριμένου κινητού, ξαφνικά κάθε διαρροή προς τον Τύπο σταματά.

Δύο μέρες αργότερα, το Σάββατο 18 Αυγούστου, ξαφνικά ξανανοίγει το κανάλι επικοινωνίας μεταξύ αστυνομίας και συγκεκριμένων ΜΜΕ και έτσι γίνεται γνωστό ότι η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία συνέλαβε τον νεαρό αναρχικό Τάσο Θεοφίλου.

Από εκείνο το σημείο, κάθε λόγος για το αυτοκίνητο με το οποίο διέφυγαν οι ληστές ή για το περίφημο κινητό τηλέφωνο –σαν να επρόκειτο για όρο μιας μυστικής συμφωνίας– εξαφανίζεται από τη δημοσιότητα. Αντ’ αυτών, οι αστυνομικοί ρεπόρτερ αρχίζουν να μεταδίδουν ότι η Αντιτρομοκρατική υποστηρίζει πως αφορμή για τη σύλληψη στάθηκε ένα ανώνυμο τηλεφώνημα στην υπηρεσία τους, το οποίο ανέφερε ότι «στο κέντρο της Αθήνας κυκλοφορεί κάποιος Τάσος με γαλάζια μάτια, που συμμετείχε στην ληστεία της Πάρου και είναι μέλος της Συνωμοσίας των Πυρήνων της Φωτιάς».

Ο Τάσος Θεοφίλου διαπομπεύεται στο πανελλήνιο ως τρομοκράτης, μέσα από επαναλαμβανόμενα, εμμονικά «ρεπορτάζ», με «αποκλειστικές» πληροφορίες από την Αντιτρομοκρατική. Για ποιον λόγο ακριβώς εγκαταλήφθηκε η υπόθεση από την αστυνομία που διερευνούσε τα επιτόπια ευρήματα και ξαφνικά ανέλαβε η Αντιτρομοκρατική δεν εξηγείται ποτέ – ή μάλλον εξηγείται με μια απροσχημάτιστη ταυτολογία: η Αντιτρομοκρατική προφανώς αναλαμβάνει επειδή ο Θεοφίλου είναι… τρομοκράτης.

THEOFILOYC2

Στις δύο δίκες του Τάσου Θεοφίλου, σε πρώτο και σε δεύτερο βαθμό, η Αντιτρομοκρατική θα παράσχει τα «στοιχεία» και η εισαγγελία θα τα εντάξει σε ένα αφήγημα ενοχής. Μόνο που τα «στοιχεία» αυτά θα είναι τόσο αδύναμα που θα προκαλούσαν γέλιο, αν δεν κινδύνευε ένας νέος άνθρωπος να περάσει την υπόλοιπη ζωή του στη φυλακή.

Πρώτο «στοιχείο», το ανώνυμο τηλεφώνημα. Όχι μόνο η Αντιτρομοκρατική το υποστηρίζει και η εισαγγελία το δέχεται, αλλά μάλιστα η Αντιτρομοκρατική δηλώνει στο ακροατήριο πως δεν μπορούσε να διερευνήσει την πηγή του ανώνυμου τηλεφωνήματος διότι δεν διαθέτει αναγνώριση κλήσεων! Αυτή η υπηρεσία λοιπόν που ειδικεύεται στο να εξαρθρώνει τρομοκρατικά δίκτυα που λειτουργούν υπό άκρα μυστικότητα και που έχει στην κατοχή της δικό της σύγχρονο σύστημα συνακροάσεων, υποστηρίζει πως δεν έχει αναγνώριση κλήσεων στα τηλέφωνά της…

Δεύτερο «στοιχείο», ένα καουμπόϊκο καπέλο που κάνει την εμφάνισή του ξαφνικά, το οποίο υποτίθεται ότι φορούσε ο Θεοφίλου καθώς λήστευε την τράπεζα. Και λέμε ξαφνικά διότι μέχρι τη σύλληψη του Τάσου Θεοφίλου και παρά το γεγονός ότι πληροφορίες από την αστυνομία διαχέονται αφειδώς προς μερίδα ΜΜΕ, αυτό το τόσο ισχυρό πειστήριο δεν αναφέρεται μέχρι εκείνη τη στιγμή ότι βρίσκεται στα χέρια της αστυνομίας. Το μόνο που γνωρίζουμε ως τότε είναι η πορεία του αυτοκινήτου που χρησιμοποιήθηκε και ένα κινητό τηλέφωνο για το οποίο όλοι ανέμεναν τις πληροφορίες που θα έδινε η κάρτα που εντοπίστηκε σε αυτό. Πληροφορίες που ουδέποτε δόθηκαν τελικώς, ούτε καν κατά την ακροαματική διαδικασία.

Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι η αστυνομία, εξιχνιάζοντας ένα έγκλημα, μπορεί να διαρρέει στον Τύπο κάποιες πληροφορίες και να κρατά κάποιες άλλες, σύμφωνα με το τι η ίδια κρίνει σκόπιμο να μαθευτεί και τι όχι. Άρα θα μπορούσε να έχει στην κατοχή της το περιβόητο καπέλο και να το εξετάζει στα βιοχημικά της εργαστήρια και απλώς να μην το λέει για λόγους που δεν χρειάζεται να εξηγήσει εκείνη την ώρα σε κανέναν. Φτάνοντας όμως στη σύλληψη του Θεοφίλου και στην υποτιθέμενη ταυτοποίηση του DNA του με το υλικό που πάρθηκε από το καπέλο, αρχίζει η ευθύνη της απόδειξης από πλευράς αστυνομίας. Έτσι, φτάνουμε στη σύνταξη του πορίσματός της και τα ερωτήματα που γεννιούνται δεν απαντιούνται ποτέ κατά τη διάρκεια της δίκης.

Ποτέ δεν απαντιέται από την Αντιτρομοκρατική γιατί απουσιάζει το καπέλο από τις φωτογραφίες που τραβήχτηκαν από τον τόπο του συμβάντος και παρ’ ότι έχουν εμφανιστεί στη δικογραφία εκατοντάδες φωτογραφίες και από την τελευταία λεπτομέρεια.

Ποτέ δεν απαντιέται από την Αντιτρομοκρατική γιατί ενώ, όπως ισχυρίζεται, το καπέλο βρισκόταν στην κατοχή της από το πρώτο λεπτό, από τα υπηρεσιακά έγγραφα προκύπτει ότι το παρέλαβε δύο μέρες αργότερα (δηλαδή στις 12 Αυγούστου και όχι στις 10, ημέρα κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η ληστεία και κατέφτασε εσπευσμένα στέλεχος της Αντιτρομοκρατικής για να λάβει στοιχεία).

Ποτέ δεν απαντιέται από την αντιτρομοκρατική πού ακριβώς βρέθηκε το καπέλο, ποιος το συνέλλεξε από τον τόπο της ληστείας, πού το πήγε, σε ποιον το παρέδωσε και που κρατήθηκε για δύο ολόκληρες ημέρες.

Σε παλαιότερη συνέντευξη που μας είχε παραχωρήσει η δικηγόρος Άννυ Παπαρρούσου (και μία εκ των τριών συνηγόρων του Τάσου Θεοφίλου), είχε επισημάνει τα εξής: «To DNA ή τα αποτυπώματα, παρότι η τάση είναι να αναδεικνύονται σε σπουδαία αποδεικτικά μέσα, στην πραγματικότητα είναι ασθενή. Γιατί πάντοτε πρέπει να συνδυάζονται με την εκτίμηση μιας άλλης συμπεριφοράς, να συνεκτιμώνται με άλλα αποδεικτικά μέσα. Τι θέλω να πω εδώ; Έχεις να αξιοποιήσεις μια εμπειρία η οποία αποτελεί κυρίως πρακτική των αμερικανικών υπηρεσιών. Εκεί λοιπόν, η χρήση του γενετικού προφίλ γίνεται με πολύ αυστηρούς κανόνες ή δεν γίνεται καθόλου. Και πάλι στο τελικό επίπεδο θα φτάσεις στη συναξιολόγηση. Σε καμία περίπτωση δεν μπορείς να το χρησιμοποιείς ως θέσφατο». Αναλυτικότερα, εξηγούσε: «Θα είχε λοιπόν κανείς να παρατηρήσει βλέποντας τη σχετική δικογραφία ότι υπάρχει μια προβληματική διαδρομή της πορείας του πειστηρίου -του καπέλου- από το σημείο του εγκλήματος, μέχρι να αναλυθεί το βιολογικό υλικό από την Ασφάλεια. Είναι ασαφές το τι γίνεται τελικά αυτό το καπέλο. Εδώ, αν είχαμε ένα αμερικανικό δικαστήριο, πρώτα θα έκρινε το πρωτόκολλο της πορείας του τεκμηρίου και μετά θα δεχόταν να συζητήσει την επιστημονική του αξία. Στην περίπτωση του Θεοφίλου δεν είναι σαφές ποιος το πήρε και πότε, πότε μεταφέρθηκε στην Αθήνα, ενώ είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι το καπέλο εξετάστηκε την ίδια ημέρα που πήραν το γενετικό του υλικό. Θα υπέθετε κανείς ότι, από την πρώτη στιγμή, ένα σημαντικό εύρημα όπως αυτό θα είχε αναλυθεί για να αποδώσει όποιες πληροφορίες μπορούσε να αποδώσει».

Την ίδια στιγμή, ήδη από το πρωτόδικο δικαστήριο, μάρτυρας έχει επισημάνει διαφορές μεταξύ του καπέλου που παρουσιάστηκε στη δίκη και αυτού που φαινόταν να φορά ο ληστής της τράπεζας και δύο επιστημονικά αρμόδιοι μάρτυρες έχουν δηλώσει τόσο κατηγορηματικά ότι η ανίχνευση DNA σε κινητό αντικείμενο δεν σημαίνει κατ΄ανάγκη ότι το πρόσωπο στο οποίο ανήκει το DNA έχει έρθει σε επαφή με το αντικείμενο αυτό, ώστε ο ίδιος ο πρόεδρος του δικαστηρίου δήλωσε: «Καταλάβαμε, μπορεί και να μην το φόρεσε το καπέλο ο Θεοφίλου».

Τρίτο «στοιχείο», οι φιλικές σχέσεις του Τάσου Θεοφίλου με πρόσωπα που έχουν κατηγορηθεί για συμμετοχή στην Ε.Ο. «Συνομωσία Πυρήνων της Φωτιάς», από τους οποίους κάποιοι έχουν αθωωθεί. Εδώ, η τρομερή αυτή δυνατότητα δίνεται από την ίδια την αντιτρομοκρατική νομοθεσία, σύμφωνα με την οποία δεν χρειάζεται να έχει κανείς διαπράξει κάτι αλλά αρκεί να σχετίζεται κατά οποιονδήποτε τρόπο με κάποιον που κατηγορείται, ώστε να κατηγορηθεί κι αυτός. Στην πράξη, αν κάποιος είναι αναρχικός και έχει φιλικές σχέσεις με έναν άλλο αναρχικό, ο οποίος κατηγορείται βάσει των τρομονόμων, μπορεί αυτομάτως να βρεθεί κι αυτός κατηγορούμενος, δίχως κανένα άλλο στοιχείο. Και πράγματι, η Αντιτρομοκρατική και η εισαγγελία δεν παρουσίασαν ποτέ τίποτε εκτός από κάποιες συναντήσεις του Θεοφίλου με κατηγορούμενους αναρχικούς.

Τέταρτο «στοιχείο», τα κείμενα του Τάσου Θεοφίλου. Ο Θεοφίλου γράφει, είναι ένας -κατά κοινή ομολογία- καλός συγγραφέας. Μεταξύ άλλων και νουάρ ιστορίες – με αστυνομικούς, εγκλήματα κτλ. Αυτές οι δημοσιευμένες ιστορίες είναι, σύμφωνα με την εισαγγελία, αποδείξεις ότι είναι αιμοσταγής δολοφόνος. Δεν αστειευόμαστε, δυστυχώς.

Αυτά. Κανένα άλλο στοιχείο δεν έχει παρουσιαστεί στις ακροαματικές διαδικασίες των δύο δικών που να στηρίζει τις τρομερές κατηγορίες εναντίον του Τάσου Θεοφίλου.

Στον αντίποδα, ισχύουν τα εξής: Πρώτον, κανένας μάρτυρας σε καμία δίκη δεν τον αναγνώρισε. Δεύτερον, μάρτυρες κατέθεσαν ότι βρισκόταν στην Αθήνα τις μέρες της ληστείας, πραγματοποιώντας εργασίες στο Στέκι Μεταναστών, όπου βοηθούσε εθελοντικά.

Ειδική μνεία πρέπει να γίνει, τέλος, στη δήλωση του αξιωματικού της Αντιτρομοκρατικής Λευτέρη Χαρδαλιά, στο πρωτόδικο δικαστήριο, ότι «μπορεί ο άνθρωπος να μην ήταν στη ληστεία». Η δήλωση αυτή, που υπάρχει σε δημοσιογραφική ηχογράφηση της διαδικασίας, δεν περιλήφθηκε στα πρακτικά της δίκης, τα οποία σε τέτοιες υποθέσεις δεν είναι ηχογραφημένα και άρα εναπόκειται στη διακριτική ευχαίρεια του γραμματέα τι θα κρατήσει και τι όχι.

Μολαταύτα, ο Τάσος Θεοφίλου καταδικάστηκε το 2014, σε πρώτο βαθμό, σε 25 χρόνια κάθειρξη για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία και για ληστεία. Από την κατηγορία της συγκρότησης και ένταξης στην Ε. Ο. «Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς» είχε απαλλαγεί.

Εδώ πρέπει να εξηγήσουμε το εξής: μέρος του σκεπτικού των τρομονόμων είναι να μην δικάζονται οι κατηγορούμενοι από δικαστήρια όπου συμμετέχουν και ένορκοι (μεικτά ορκωτά), έστω και αν τα συγκεκριμένα αδικήματα κανονικά δικάζονται εκεί. Μια κατηγορία με τον αντιτρομοκρατικό νόμο σημαίνει αυτομάτως ότι θα δικαστεί κανείς από τακτικούς δικαστές και μόνο. Έχουμε εξηγήσει τις πολιτικές αιτίες πίσω από αυτή τη διάταξη στην ανάλυσή μας για την αντιτρομοκρατική νομοθεσία, εδώ ας πούμε μόνο ότι η πρόθεση στέρησης του φυσικού δικαστή από τις υποθέσεις τρομοκρατίας είναι πρόδηλη.

Με την πρωτόδικη αθώωσή του, ωστόσο, για την κατηγορία της ένταξης σε τρομοκρατική οργάνωση, άνοιγε ενδεχομένως ο δρόμος να εκδικαστεί η υπόθεση του Θεοφίλου για τις εναπομείνασες κατηγορίες από μεικτό ορκωτό. Όμως, ασκήθηκε έφεση υπέρ του νόμου από την εισαγγελία κι έτσι στον δεύτερο βαθμό ο Θεοφίλου δικάστηκε ξανά από τακτικούς δικαστές και ξανά για όλες τις κατηγορίες. Βάσει των στοιχείων που παραθέσαμε πιο πάνω, η εισαγγελέας Άννα Καλουτά πρότεινε να κηρυχθεί ένοχος τόσο για τις πράξεις που του καταλογίστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και γι’ αυτές για τις οποίες είχε αθωωθεί, μεταξύ των οποίων και η ένταξη σε τρομοκρατική οργάνωση και η ανθρωποκτονία από πρόθεση.

Νομίζουμε πως πρέπει να είναι προφανές σε όλους ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια εφιαλτική στρέβλωση της Δικαιοσύνης. Δυστυχώς, η πρακτική παγίδευσης ανθρώπων που ανήκουν σε συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους είναι συνηθισμένη, όπως αναλύουμε εκτενώς στην έρευνα που μόλις δημοσιεύσαμε.

Εντούτοις, κάποιες φορές, ορισμένοι δικαστές, έστω και δίχως να αποκαλύψουν και να στηλιτεύσουν τις σκευωρίες που στήνονται, αρνούνται να δεχτούν τόσο ισχνά στοιχεία και να στείλουν αθώους ανθρώπους στη φυλακή. Μπορούμε μόνο να ελπίζουμε ότι αύριο θα είναι μία από αυτές τις φορές. Ο Τάσος Θεοφίλου πρέπει να κηρυχθεί αθώος.


ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

Αυγουστίνος Ζενάκος

[email protected]


Ο Αυγουστίνος Ζενάκος εργάστηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα» από το 2000 ως το 2010. Συνεργάστηκε με διάφορα ...