ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΤΟ UNFOLLOW 71

FREE - WEB ONLY - ΑΡΘΡΑ - ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Ο κ. Κασιμάτης και η δικτατορία του «κοινού νου»

| 22/6/2017 - 15:52

Το ευφυολόγημα ως εργαλείο λαϊκισμού και διάβρωσης του δημόσιου λόγου στην Ελλάδα


Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της Ελλάδας, ειδικά τα τελευταία χρόνια, είναι το τεράστιο έλλειμμα που χαρακτηρίζει μερικούς από τους πιό προβεβλημένους φορείς δημόσιου λόγου. Ιστορικές εφημερίδες, εκδόσεις με πορεία και ιστορία, έχουν κατακλυσθεί από ημιμαθείς, χαριτολογούσες πένες που συναγωνίζονται η μία την άλλη στο λαϊκισμό, τα κενά ευφυολογήματα και τη δολοφονία χαρακτήρων. Συνήθως δεν ασχολείται κανείς με το να απαντήσει σε κείμενα που βρίθουν ανακριβειών, λαθών, σεξιστικών, ομοφοβικών και ρατσιστικών σχολίων. Κι αυτό γιατί οι περισσότεροι έχουμε ένα πιεστικό καθημερινό πρόγραμμα και αισθανόμαστε πως έχουμε καλύτερα και πιό επείγοντα πράγματα να κάνουμε. Κάπως έτσι απαξιώνεται σταδιακά η δημοσιογραφία στη χώρα μας. Κάπως έτσι οι εφημερίδες εγγράφονται στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού ως «φυλλάδες», τα κανάλια ως «διαπλεκόμενα» και η ιντερνετική δημοσιογραφία ως «πληρωμένα blogs». Κακώς. Κάκιστα.

Ο Τύπος είναι και οφείλει να είναι η τέταρτη εξουσία. Ο ρόλος του σε μια δημοκρατία είναι βασικός, κεντρικός και αδιαμφισβήτητος. Ιστορικά έντυπα –όποια αποχρώσα ιδεολογία κι αν υποστηρίζουν στα πλαίσια του δημοκρατικού τόξου– είναι κομβικής σημασίας στη διαφύλαξη μιας υγειούς και δημοκρατικής δημόσιας σφαίρας, και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της κοινωνίας πολιτών. Αυτού το χώρου δηλαδή που παρεμβάλλεται ανάμεσα στο «ιδιωτικό» και την εξουσία και που αποτελεί ανάχωμα στον κατακερματισμό του κοινωνικού ιστού.

Τι συμβαίνει όμως οταν εκδόσεις φιλοξενούν άρθρα δημοσιολογούντων, των οποίων το ύφος και ήθος δεν ταιριάζει στην ιστορία και το ρόλο τους; Τι συμβαίνει όταν ένας δημοσιογράφος αποφασίζει να χρησιμοποιήσει το βήμα της εφημερίδας της Ελένης Βλάχου για να ξεδιπλώσει την ημιμάθεια του και να επιδοθεί σε προσωπικές επιθέσεις εναντίον ακαδημαϊκών και ολόκληρων τμημάτων πανεπιστημίων του εξωτερικού;

Αναφέρομαι στο πρόσφατο άρθρο του Στέφανου Κασιμάτη στην Καθημερινή με τίτλο «Τί σημαίνει ‘οπτική φύλου’ και πως διαχέεται;». Κατά βάθος παραμένω δασκάλα και όταν ένας άνθρωπος έχει ερωτήσεις, αισθάνομαι υποχρεωμένη να του απαντήσω. «Οπτική φύλου», λοιπόν, κύριε Κασιμάτη, είναι αυτό που τα Ηνωμένα Έθνη και το Συμβούλιο της Ευρώπης ονομάζουν ‘gender perspective’. Η διάχυση της οπτικής του φύλου στην πολιτική και τη χάραξη πολιτικών, είναι αυτό που τα Ηνωμένα Εθνη και η Ευρωπαϊκή Ένωση ονομάζουν ‘gender mainstreaming’. Η ΕΕ αναγνωρίζει και καθιστά τη διάχυση της οπτικής του φύλου ως επίσημη πολιτική της, (επιβάλλοντας την στα κράτη μέλη) με τη Συνθήκη του Amsterdam το 1997. «Οπτική του φύλου» (gender perspective) είναι αυτό που προσπαθούν να εφαρμόσουν (διαχύσουν ως mainstreaming) φορείς όπως η FAO (Food and Agriculture Organisation of United Nations), η Αυστραλιανή κυβέρνηση, οι διεθνείς φορείς για την αντιμετώπιση της φτώχειας και των κάθε λογής ‘έμφυλων ανισοτήτων’ στην πολιτική.

Οι δε σπουδές πάνω στο φύλο (gender studies) είναι ιδιαίτερα διαδεδομένες στη Μ. Βρετανία (στο London School of Economics, για παράδειγμα, από το οποίο αποφοίτησα κι εγώ), στην Ολλανδία, στη Γαλλία, στην Αμερική και στην Ελλάδα. Και αφού ξεκαθαρίσαμε (θέλω να πιστεύω) οτι το αντικείμενο αυτό και η ορολογία του δεν ανήκουν στη σφαίρα του άσημου, δυσανάγνωστου και ακαδημαϊκά απαξιωμένου, αλλά βρίσκονται στο κέντρο του ακαδημαϊκού και πολιτικού ενδιαφέροντος, ας προχωρήσουμε στο τί έγινε στις 10 Ιουνίου στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης στο συνέδριο με τίτλο ‘New Queer Greece’ (όπου συμμετείχα), και στο κατά πόσον το τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών είναι μια παρακμιακή ‘μπαγκατέλα’ (sic) όπως ισχυρίζεται ο κύριος Κασιμάτης.

kasimatis22

Καταρχάς να τον βοηθήσω λίγο με τους όρους. Queer, ως αναλυτικός όρος, δεν σημαίνει ‘τρελιάρα’. Δεν ξέρω τι είδους λεξικά χρησιμοποιεί ο κύριος Κασιμάτης, αλλά ο όρος ‘queer’ αναφέρεται πλέον σε ρητορικές και πρακτικές προσπάθειες αποδόμησης της δυαρχικής έμφυλης οικονομίας.¹ Με συγχωρείτε για το πολύπλοκο του λόγου μου. Είναι που σπούδασα πολλά χρόνια και δεν είμαι πολύ δυνατή στην εκλαϊκευση (και στον εκλαϊκισμό) όπως ίσως θα όφειλα. Queer studies λοιπόν (η ακαδημαϊκή ενασχόληση δηλαδή με το φύλο και τη σεξουαλικότητα που ξεπερνά το δίπολο ‘ανδρας’-‘γυναίκα’, αλλά και ‘ομοφυλόφιλος’-‘ετεροφυλόφιλος’), όσο κι αν μοιάζει δύσκολο να το φανταστεί ο κύριος Κασιμάτης έχει το πανεπιστήμιο του Harvard, του Yale, του Princeton, της Οξφόρδης και του Cambridge (για να αναφερθώ μόνο στα πιό διάσημα εκπαιδευτικά ιδρύματα του Αγγλόφωνου κόσμου που ενδεχομένως ο κ. Κασσιμάτης να έχει ακούσει). Συχνότατα δε, σεμινάρια στο θέμα εντάσσονται σε προγράμματα λογοτεχνίας , όπως ακριβώς γίνεται και στο τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών σπουδών της Οξφόρδης.

Δεν αντιλαμβάνομαι τη βάση της κριτικής του κυρίου Κασιμάτη στο συγκεκριμένο τμήμα το οποίο καταγγέλει για «προϊούσα παρακμή εδώ και μία δεκαετία» διότι «παρά τον τίτλο του, επικεντρώνεται κυρίως σε σπουδές φύλου, Ντεριντά, μετα-αποικιοκρατία και άλλα παρόμοια». Το διδακτορικό και οι γνώσεις μου στις κοινωνικές επιστήμες δεν μου δίνουν τα απαραίτητα εργαλεία για να παρακολουθήσω τη σκέψη του κυρίου Κασιμάτη και να κατανοήσω γιατί ο Ντεριντά και οι μετα-αποικιοκρατικές σπουδές είναι «παρακμιακά πράγματα». Συνάγω όμως –εξ όσων γράφει ο κύριος Κασιμάτης- ότι ούτε και οι δικές του γνώσεις του δίνουν τέτοια εργαλεία. Ο διανοητικά και γνωσιολογικά τρισμέγιστος αρθρογραφος –μορφωμένος καταφανώς στα πεζοδρόμια της ζωής- ασκεί τη δημόσια, στιβαρή κριτική του στη βάση ενός ‘περφορμανς’ (sic) που είδε στο διαδίκτυο χωρίς να γνωρίζει το πλαίσιο και τη θεωρητική στήριξη αυτού του performance το οποίο αναφερόταν απευθείας στη δουλειά της Judith Butler, Αμερικανίδας φιλοσόφου και Maxine Elliot Professor στο τμήμα Συγκρητικής Λογοτεχνίας του πανεπιστημίου της Καλιφόρνια Berkeley. Δεν τον τρομάζουν όμως κάτι τέτοια σοβαρά πανεπιστήμια τον κύριο Κασιμάτη. Εύκολα και ελαφρά θα τα χαρακτηρίσει κι αυτά ‘μπαγκατέλες’ σε προϊούσα παρακμή. Αναρωτιέμαι μονάχα, γιατί γράφει ακόμη άρθρα κι επιφυλλίδες και δεν πάει να οργανώσει προγράμματα σπουδών σε όλα αυτά τα πανεπιστήμια για να τα σώσει από τον ακαδημαϊκό τους κατήφορο.

Ο κύριος Κασιμάτης είναι λαϊκιστής, σεξιστής και αντιδημοκράτης. Όχι μόνο γιατί προσέβαλλε κάποτε την αντιπρόεδρο της Βουλής εκφράζοντας την έκπληξη του που είναι και μητέρα, όχι μόνο γιατί κάποτε ισχυρίστηκε οτι η Χρυσή Αυγή δίνει ευκαιρία στην «νομιμότητα να αναμετρηθεί επιτέλους με την οιονεί βία της Αριστεράς: αυτό το καρκίνωμα της Μεταπολίτευσης». Είναι λαϊκιστής και αντιδημοκράτης γιατί μέσα από της σελίδες ενός ιστορικού (θα επιμένω) εντύπου καταδικάζει τους αναγνώστες του στη δικτατορία του «κοινού νου». Όχι μόνο δεν προάγει δηλαδή το δημόσιο λόγο αλλά υπονομεύει ανοιχτά και ξεκάθαρα τη γνώση όπως αυτή παράγεται στο φυσικό της χώρο, τα πανεπιστήμια, και διαχέεται στην κοινωνική ζωή και την πολιτική σε όλα τα επίπεδα.

Το να μην γνωρίζει κάποια πράγματα ο κύριος Κασιμάτης είναι θεμιτό. Το να κοροϊδεύει ό,τι δεν γνωρίζει και δεν καταλαβαίνει ο ίδιος, είναι δείγμα ανθρώπου με δυνατές αντιστάσεις στην πνευματική εξέλιξη. Το να επιβάλλει όμως την ημιμάθεια του στο δημόσιο λόγο είναι βαθιά, βαθύτατα προβληματικό δείγμα λαϊκισμού και προϊούσας παρακμής. Μιας παρακμής που δεν ταιρίαζει στο έντυπο που τον φιλοξενεί.

___

¹ Ακόμα πιο ειδικά, ο όρος ‘new queer’ (όπως, για παράδειγμα, ‘new queer cinema’) έχει επικρατήσει να χρησιμοποιείται για νέες μορφές έκφρασης που ξεφεύγουν από παλαιότερα στεγανά τηε έκφρασης της ετεροφυλοφιλίας και της ομοφυλοφιλίας στη δημόσια σφαίρα και την πολιτισμική πρακτική.


ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ

Ελισάβετ Κυρτσόγλου


Η Ελισάβετ Κυρτσόγλου είναι καθηγήτρια κοινωνικής ανθρωπολογίας με ειδίκευση στην πολιτική στo Πανεπιστήμ...