unfollow-sindromes
unfollow-sindromes
UNFOLLOW newsletter
FREE - WEB ONLY - ΔΙΕΘΝΗ

Μα γίνονται πραξικοπήματα στις ΗΠΑ;

| 17/2/2017

Οι συγκρούσεις και οι αντιπαραθέσεις γύρω από τη στελέχωση της κυβέρνησης Τραμπ, με αποκορύφωμα την παραίτηση του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας Μάικλ Φλιν, αποτυπώνουν τις βαθιές διαιρέσεις μιας Αμερικής που βρίσκεται σε σταυροδρόμι - αλλά και το ενδεχόμενο η θητεία του Τραμπ να είναι συντομότερη από ό,τι ο ίδιος μπορεί να υπολόγιζε.


Σε πείσμα μιας αρκετά διαδομένης μυθολογίας, το αμερικανικό πολιτικό σύστημα δεν είναι ακριβώς το πιο σταθερό του πλανήτη. Πίσω του έχει μια μακρά ιστορία συγκρούσεων, αντιπαραθέσεων αλλά και σκληρής πάλης μηχανισμών. Οι ΗΠΑ διαμορφώθηκαν στη βάση ενός Εμφυλίου Πολέμου που διαίρεσε τον ίδιο τον συνασπισμό εξουσίας, αντιπαραθέτοντας τους μεγαλοκτηματίες του Νότου στη βιομηχανική αστική τάξη του Βορρά. Οι ομοσπονδιακές αρχές χρειάστηκε να επιβάλλουν τη μερική άρση των φυλετικών διακρίσεων στη δεκαετία του 1960 μέσα από μια βίαιη σύγκρουση με τις τοπικές πολιτειακές αρχές. Πρόεδροι και υποψήφιοι πρόεδροι δολοφονήθηκαν σε συνθήκες που μάλλον ήταν εν μέρει τουλάχιστον σε γνώση τμημάτων του «βαθέος κράτους». Ένας πρόεδρος που σφράγισε με τις επιλογές του τις ΗΠΑ για δεκαετίες, ο Ρίτσαρντ Νίξον, καθαιρέθηκε με ταπεινωτικό τρόπο, ενώ λίγο έλειψε να αποπεμφθεί ένας άλλος, ο Μπιλ Κλίντον. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε το 2000 ότι μπορούσε να γίνει αποδεκτή μια εντυπωσιακά εκτεταμένη νοθεία στις εκλογές. Με το δικό τους τρόπο, λοιπόν, πραξικοπήματα μπορούν να συμβούν ακόμη και στο βασίλειο των «checks and balances».

Σήμερα οι ΗΠΑ είναι σε ένα σταυροδρόμι. Ο συνασπισμός εξουσίας αλλά και οι υλικές αποτυπώσεις του μέσα στο κράτος, τις υπηρεσίες ασφαλείας, το διπλωματικό κατεστημένο, δείχνει πιο διαιρεμένος παρά ποτέ. Και ένας πρόεδρος, ο Ντόναλντ Τραμπ, δέχεται την πιο εντυπωσιακή αμφισβήτηση που έχει δεχτεί πρόεδρος στην αρχή της θητείας του. Οι υπουργοί του δέχτηκαν σφυροκόπημα κατά τη διαδικασία επικύρωσής τους. Η υπουργός Παιδείας εγκρίθηκε με την ψήφο του αντιπροέδρου. Η πρότασή του για υπουργό Εργασίας αποσύρθηκε. Το προεδρικό του διάταγμα για τους περιορισμούς στην άφιξη ατόμων από συγκεκριμένες μουσουλμανικές χώρες εμποδίστηκε τόσο σε πρώτο όσο και σε δεύτερο βαθμό στα ομοσπονδιακά δικαστήρια. Στο Κογκρέσο δεν είναι βέβαιο ότι το σύνολο των Ρεπουμπλικάνων θα στηρίξει τις φορολογικές προτάσεις του. Και σαν κερασάκι στην τούρτα, το FBI ανασύρει από τα ιστορικά του αρχεία το φάκελο των καταγγελιών κατά του πατέρα του για ρατσιστικές διακρίσεις. Όχι και ο καλύτερος απολογισμός για μια προεδρία που μόλις ξεκίνησε.

Όμως, από όλα αυτά ξεχωρίζει το γεγονός ότι υποχρεώθηκε σε παραίτηση –μετά από θητεία μόλις 24 ημερών– ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του, ο βετεράνος αξιωματικός των μυστικών υπηρεσιών Μάικλ Φλιν.

Ο Ντόναλντ Τραμπ με τον Μάικλ Φλιν

Ο Ντόναλντ Τραμπ με τον Μάικλ Φλιν

Η παραίτηση Φλιν ήρθε μετά το θόρυβο που ξέσπασε για τις συνομιλίες του με το Ρώσο πρεσβευτή στις ΗΠΑ Σεργκέι Κίσλιακ πριν την τυπική ανάληψη των καθηκόντων του. Ο Φλιν δεν κατηγορήθηκε ότι αποκάλυψε στοιχεία ή ότι παρανόμησε κάνοντας αυτές τις συνομιλίες. Κατηγορήθηκε ότι δεν ήταν ειλικρινής ως προς το εάν στις συζητήσεις υπήρξε αναφορά στο θέμα των κυρώσεων. Και αυτό αποδείχτηκε με διαρροές που έγιναν από τις ίδιες τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών προς έναν δημοσιογράφο, τον Ντέιβιντ Ιγκνάτιους της Washington Post, που κατεξοχήν αναπαράγει ειδήσεις που του διαρρέει η CIA. Όλα αυτά την ώρα που οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών επιμένουν ότι η εκλογή Τραμπ ήταν αποτέλεσμα της παρέμβασης χάκερ συνδεδεμένων με τις ρωσικές μυστικές υπηρεσίες, παρέμβαση που στόχο είχε να επηρεάσει το αποτέλεσμα των εκλογών υπέρ του Τραμπ, μιας και η ρωσική πλευρά προτιμούσε να εκλεγεί αυτός παρά η Χίλαρι Κλίντον. Την ίδια στιγμή οι υπηρεσίες πληροφοριών έχουν εκφράσει σοβαρές αντιρρήσεις για την απόφασή του Τραμπ να ζητήσει να βοηθήσει στην επιθεώρηση και αναμόρφωσή τους ένας επιχειρηματίας, ο Στήβεν Φάινμπεργκ, διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας Cerberus.

Δεν έχουμε να κάνουμε, ωστόσο, απλώς με μια μάχη χαρακωμάτων εντός του κρατικού μηχανισμού. Οι ΗΠΑ βρίσκονται σε ένα σταυροδρόμι και αυτό αντανακλάται σε αυτή την πρωτοφανή όξυνση των αντιθέσεων που αγγίζουν ακόμη και το εσωτερικό της κυβέρνησης Τραμπ (για παράδειγμα ο αντιπρόεδρος Μάικ Πένς, τον οποίο υποτίθεται ότι «παραπληροφόρησε» ως προς τις επαφές του ο Φλιν, είναι γνωστό ότι δεν τον πολυσυμπαθούσε).

Η μία σημαντική διάσταση είναι ότι εμφανίζονται διαιρεμένες οι μεγάλες επιχειρήσεις: όσες είναι πραγματικά πολυεθνικές, αξιοποιούν τις δυνατότητες παραγωγής στο εξωτερικό, αντιτίθενται στις προτάσεις του Τραμπ για μεγαλύτερη φορολόγηση στις εισαγωγές. Το ίδιο και οι μεγάλες εμπορικές επιχειρήσεις. Όσες εταιρείες παράγουν για την εσωτερική αγορά ή είναι εξαγωγικές αλλά με την παραγωγική τους βάση στις ΗΠΑ, τις στηρίζουν, καθώς επιδιώκουν να ανακτήσουν ένα μέρος της παραγωγής που σε μια προηγούμενη περίοδο μετακινήθηκε προς την ΝΑ Ασία και την Κίνα. Η Wall Streeτ και οι εταιρείες πετρελαίου χαίρονται, όμως την ίδια στιγμή όσες εταιρίες στηρίζονται στην προσέλκυση ξένου επιστημονικού δυναμικού (κύρια οι μεγάλες εταιρείες της πληροφορικής) προσφεύγουν ενάντια στις πολιτικές του για τη μετανάστευση. Οι συμφωνίες για το παγκόσμιο εμπόριο παγώνουν, η NAFTA τίθεται υπό επαναδιαπραγμάτευση, αλλά ταυτόχρονα πληθαίνει και η ανησυχία εάν αυτό θα πλήξει τη θέση των αμερικανικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό. Και βέβαια το πραγματικό ερώτημα παραμένει εάν μπορεί η αμερικανική οικονομία να ξεπεράσει το βασικό της πρόβλημα που είναι η αδυναμία τομών στην παραγωγικότητα που δεν μπορεί να υποκατασταθεί από τις πολιτικές της ποσοτικής χαλάρωσης.

Όμως, οι πιο μεγάλες αντιπαραθέσεις βρίσκονται στην εξωτερική πολιτική. Για ένα μεγάλο διάστημα υπήρξε μια ευρύτερη συναίνεση στις ΗΠΑ, που συνένωνε τους οπαδούς του «φιλελεύθερου επεμβατισμού», όπως αυτός διαμορφώθηκε στην αρκούντως πολεμόχαρη περίοδο Κλίντον, με τους νεοσυντηρητικούς οπαδούς της γενικευμένης επίδειξης αμερικανικής ισχύος που κυριάρχησαν στην προεδρία Μπους τζούνιορ. Αυτή η συναίνεση έλεγε ότι οι ΗΠΑ έπρεπε να διατηρούν μια υπέρτερη στρατιωτική ισχύ για να μπορούν να εξασφαλίζουν ότι δεν υπάρχει ανταγωνιστής, να την κατοχυρώνουν με επιθετικές κινήσεις εναντίον περιφερειακών απειλών και ταυτόχρονα επιθετικά να εξάγουν ένα πρότυπο νεοφιλελεύθερης ρύθμισης της «παγκοσμιοποίησης». Στην τρέχουσα εκδοχή της αυτή η στρατηγική έπαιρνε τη μορφή μιας τριπλής επιθετικότητας απέναντι σε έναν δυνάμει άξονα Ρωσίας – Κίνας: πρώτον, μια σειρά επιθετικών συμφωνιών για το παγκόσμιο εμπόριο και τις επενδύσεις που θα υποκαθιστούσαν το γύρο της Ντόχα και που άφηναν απέξω ιδίως την Κίνα· δεύτερον, μια πολύ επιθετική κίνηση στα δυτικά σύνορα της Ρωσίας, από την εγκατάσταση νατοϊκών δυνάμεων και αντιβαλλιστικών συστοιχιών μέχρι τα γεγονότα της Ουκρανίας και τις κυρώσεις· τρίτον, μια σταδιακή κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με την Κίνα, κύρια με την προσπάθεια αμφισβήτησης της πολιτικής της για τη Νότια Σινική Θάλασσα.

Διακυβεύεται αυτή η συναίνεση αυτή σήμερα; Εν μέρει ναι. Σήμερα η εξωτερική πολιτική του Τραμπ ή ό,τι θα μπορούσε να ονομαστεί έτσι, δείχνει να απομακρύνεται από αυτή την εκδοχή επιθετικότητας και κλιμάκωσης σε όλα τα μέτωπα που σφράγισε την προηγούμενη περίοδο. Μοτίβα που θυμίζουν την εποχή Κίσιντζερ, όταν ο τελευταίος ανέπτυξε τη στρατηγική της προσέγγισης με την Κίνα ως αντίβαρο στην ΕΣΣΔ επανέρχονται. Σχηματικά, απέναντι στον κίνδυνο μιας «Ευρασιατικής» συσπείρωσης μέσα από έναν άξονα Ρωσίας και Κίνας και αναβαθμισμένο ρόλο του Ιράν, πλευρές της οποίας εν μέρει ήδη βλέπουμε, όπως π.χ. με την καταλυτική ρωσική παρουσία στη συριακή κρίση, φαίνεται ότι προκρίνεται μια παραλλαγή της τακτικής «διαίρει και βασίλευε». Αυτή περιλαμβάνει μια προσέγγιση της Ρωσίας (που έχει αναβαθμίσει την πολεμική της αποτελεσματικότητα), ανταγωνισμό και πίεση προς την Κίνα και αντιμετώπιση του Ιράν ως αδύναμου κρίκου. Στόχος είναι η διαμόρφωση μιας συνθήκης γεωπολιτικής ισορροπίας προς όφελος των ΗΠΑ που θα επιτρέψει σε τμήμα της αμερικανικής βιομηχανίας να αναβαθμίσει την παραγωγική της βάση (και πιθανώς εξ αντανακλάσεως να κάνει και την Κίνα να στραφεί περισσότερο προς την τεράστια εσωτερική της αγορά). Αυτή η τακτική συνδυάζεται στο εσωτερικό των ΗΠΑ με ένα μίγμα πολιτικής που συνδυάζει κλασικά νεοφιλελεύθερα μέτρα (όπως οι φοροαπαλλαγές) με αυταρχικές ρατσιστικές και αντιμεταναστευτικές πολιτικές, που έχουν ήδη οδηγήσει σε ένα εντυπωσιακό κύμα κινητοποιήσεων.

Η πολιτική αυτή ενέχει κινδύνους αναζωπύρωσης συγκρούσεων, ιδίως σε σχέση με την Κίνα ή με αφετηρία την ακόμη πιο φιλοϊσραηλινή πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ για το Μεσανατολικό. Είναι μια πολιτική που έχει προφανώς στηρίγματα σε σημαντικές μερίδες του αμερικανικού κεφαλαίου και σε τμήματα των ενόπλων δυνάμεων. Έχει, όμως, και σημαντικούς αντιπάλους, κύρια σε όλο το φάσμα των υπηρεσιών πληροφοριών, της διπλωματίας, των think-tank που σχεδόν επί τρεις δεκαετίες επενδύουν σε παραλλαγές μιας διαρκώς επιθετικής και παρεμβατικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία δεν διστάζει να καταφύγει στη διαχείριση της αποσταθεροποίησης και του χάους. Αυτό το φάσμα σήμερα έχει επιλέξει να αντιμετωπίσει με τον πιο επιθετικό τρόπο τον Τραμπ, αξιοποιώντας και τις προσβάσεις που έχει σε μεγάλο μέρος των συστημικών ΜΜΕ, συγκαλύπτοντας πίσω από την επικέντρωση στην καρικατουρική παρουσίαση του Τραμπ (στην οποία συμβάλλει βεβαίως και η ρητορική του ιδίου όπως και του απίστευτου θιάσου που τον περιβάλλει) την πραγματική ατζέντα τους. Το εάν και σε ποια κλίμακα θα καταφέρουν να την επιβάλουν, όπως και η μέθοδος που θα ακολουθηθεί, εάν δηλαδή θα είναι μίνι πραξικοπήματα τύπου της αποπομπής Φλυν ή πιο μεγάλες αμφισβητήσεις και υπονομεύσεις του ίδιου του Τραμπ (δικαιώνοντας όσους από τώρα μιλούν για μια ιδιαίτερα σύντομη θητεία) μένει να το δούμε…


ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

Παναγιώτης Σωτήρης


O Παναγιώτης Σωτήρης είναι διδάκτορας φιλοσοφίας. Στο UNFOLLOW αρθρογραφεί και δημοσιεύει ρεπορτάζ για πο...