unfollow-sindromes
unfollow-sindromes
UNFOLLOW newsletter
FREE - WEB ONLY - ΑΡΘΡΑ - ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς»:
Γενεαλογία και μεταμορφώσεις ενός πολεμικού σχήματος στην Ελλάδα της κρίσης

& | 20/4/2017

Πώς ένα περιφερειακό σχήμα, περίκλειστο σε μια ειδική ιστορική διαμάχη, αναβαθμίστηκε στην δημοσιότητα την περίοδο της κρίσης ως το σημείο να αποτελεί το κεντρικό αφήγημα του Ακραίου Κέντρου.


Αναδημοσίευση από τις «Υποτυπώσεις» της Αυγής της Κυριακής

Να τε­λειώ­σει η «η­γε­μο­νία των Αρι­στε­ρών ι­δεών στην Ελλά­δα, ώ­στε να βρει ξα­νά η χώ­ρα μας και ο λαός μας τις ι­δέες που του ται­ριά­ζουν κα­λύ­τε­ρα».1 Με αυτόν τον τρόπο έθετε ο Αντώνης Σαμαράς έναν από τους στόχους του κόμματός του, μιλώντας στη νέα κοινοβουλευτική ομάδα που είχε προκύψει μετά τις εκλογές του Μαΐου 2012. Κανένας από τους ακροατές του δεν θα είχε λόγο να απορήσει. Ο τότε πρόεδρος του κόμματος που μόλις είχε έρθει πρώτο στις εκλογές αλλά θα περίμενε ως τις επαναληπτικές του Ιουνίου για να σχηματίσει συγκυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ, ασκούσε κριτική προς τον κύριο αντίπαλό του, τον ΣΥΡΙΖΑ, που μόλις είχε σημειώσει μια εντυπωσιακή εκλογική εκτίναξη, κάνοντας χρήση ενός καθ’ όλα γνώριμου αφηγήματος. Όπως θα περίμενε κανείς, με τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, η χρήση αυτού του αφηγήματος στη δημοσιότητα κάθε άλλο παρά έχει υποχωρήσει. Η «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς» έχει μάλιστα καταστεί τόσο κοινός τόπος τα τελευταία χρόνια, ώστε είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι πριν από την κρίση οι εμφανίσεις της στη δημόσια συζήτηση ήταν τόσο σποραδικές και τόσο ελάχιστα επιδραστικές.2

Στην πραγματικότητα, το αφήγημα αυτό αποτελείται από τρία διακριτά αφηγηματικά νήματα – ένα κύριο και δύο δευτερεύοντα. Σύμφωνα με το κύριο αφηγηματικό νήμα, η ηττημένη στον Εμφύλιο Αριστερά κατόρθωσε, διαχειριζόμενη την ήττα της συμβολικά, να δημιουργήσει την ευχέρεια επίκλησης ενός ηθικού πλεονεκτήματος και να κατισχύσει ιδεολογικά επί των αντιπάλων της, μια ηγεμονία που εδραιώθηκε με την κατάρρευση της ηγεμονίας της Δεξιάς μετά το 1974 και εκτείνεται σε όλη τη Μεταπολίτευση και ως τις μέρες μας. Εδώ, το παραδειγματικό κείμενο εμφανίζεται το 1999 σε αφιέρωμα για τα πενήντα χρόνια από τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου. Υπό τον τίτλο «Η “ρεβάνς” των ηττημένων», ο πανεπιστημιακός Γ. Θ. Μαυρογορδάτος υποστηρίζει ότι ενίοτε, και ειδικά στις εμφύλιες συγκρούσεις, ενδέχεται την ιστορία να την γράψουν όχι οι νικητές αλλά οι ηττημένοι, και ότι αυτό συνέβη στην περίπτωση της Ελλάδας. «Το καθεστώς διακρίσεων που εγκαθιδρύθηκε στην Ελλάδα σε βάρος των ηττημένων του Εμφυλίου» γράφει «χαρακτηριζόταν από τόση μικροψυχία, αυθαιρεσία και ιδιοτέλεια εκ μέρους των διαχειριστών του ώστε διευκόλυνε από πολύ νωρίς τη ρομαντική ανασκευή του παρελθόντος από την Αριστερά. Η δικτατορία υπήρξε ύστατη προσπάθεια να διασωθεί το καθεστώς αυτό, με αποτέλεσμα πρώτα να το γελοιοποιήσει και ύστερα να το συμπαρασύρει στην πτώση της. Ανοιξαν έτσι διάπλατα οι πόρτες για μια “ρεβάνς” των ηττημένων στο πεδίο της συλλογικής μνήμης που επιβλήθηκε και επίσημα μετά το 1981. Παρά τη σχετική συνθηματολογία, δεν πρόκειται ουσιαστικά για μια νέα οπτική “εθνικής συμφιλίωσης”. Ξαναγράφεται απλώς η Ιστορία από τη σκοπιά των ηττημένων. […] Αποσιωπάται π.χ. η πρωτοφανής ωμότητα και συστηματικότητα της εαμικής τρομοκρατίας από το 1943, χωρίς την οποία μένει ανεξήγητη τόσο η εξάπλωση των Ταγμάτων Ασφαλείας όσο και η μεταγενέστερη αγριότητα των αντεκδικήσεων (μετά το 1944). […]»3

Επιστημονικότητα και επιφυλλίδες

Μ’ όλο που μοιάζει να είναι η μήτρα πάμπολλων κειμένων που θα κατακλύσουν τη δημοσιότητα μια δεκαετία αργότερα, η στόχευση του Γ. Θ. Μαυρογορδάτου είναι πολύ λιγότερο πολεμική από όσο δείχνει μια ερμηνεία της μέσα από το πρίσμα της κατοπινής χρήσης του αφηγήματος. Για εκείνον, τότε, η «ρεβάνς» αυτή περιγραφόταν με όρους «ρομαντισμού», ως «σαγηνευτικό άλλοθι για όσους απολαμβάνουν την πεζή, πεζότατη ευμάρεια που τους εξασφάλισε η επικράτηση των νικητών» που «προσφέρει επίσης ένα άλλοθι για την απουσία ηρωισμών και θυσιών σε πιο πρόσφατες εποχές».4 Γι’ αυτό και το συμπέρασμα στο οποίο φτάνει δεν είναι παρά η παρατήρηση πως «δεν υπάρχουν ακόμη οι προϋποθέσεις για μια αποστασιοποιημένη και (κατά τούτο τουλάχιστον) επιστημονική συζήτηση για τον ελληνικό Εμφύλιο, παρά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την τυπική λήξη του».5

Eleni_full2

Still από την ταινία «Ελένη» (1985), βασισμένη στο βιβλίο του Νίκου Γκατζογιάννη.

Όταν, όμως, το αφήγημα αυτό επανέρχεται στη δημοσιότητα, η περίφημη «ρεβάνς» δεν θα εντοπίζεται πλέον στο παρελθόν, με συμβολική ολοκλήρωσή της κάτι τόσο ξεχασμένο όσο ένας νόμος σαν αυτόν για την «άρση των συνεπειών του εμφυλίου πολέμου»,6 αλλά θα αποτελεί τον πυρήνα της πολεμικής ιδεολογικής χρήσης του ερευνητικού προγράμματος των ιστορικών που έγιναν γνωστοί ως «αναθεωρητές» (χαρακτηρισμός για τον οποίο οι ίδιοι άλλοτε έχουν διαμαρτυρηθεί7 κι άλλοτε έχουν γράψει πως τον θεωρούν «τιμητικό»8) ή ως «νέο κύμα», όπως οι ίδιοι ονομάτισαν τους εαυτούς τους,9 δηλαδή των Στάθη Καλύβα και Νίκου Μαραντζίδη και του κύκλου που σχηματίστηκε γύρω τους.10 Οφείλει να παρατηρήσει κανείς ότι το πρώτο σημαντικό κείμενο που προσπαθεί να ανασκευάσει την «ηγεμονική» ως τότε, σύμφωνα με όσα υποστηρίζει, αφήγηση του Εμφυλίου, το «Κόκκινη Τρομοκρατία: Η βία της Αριστεράς στην Κατοχή» του Στάθη Καλύβα, εμφανίζεται την ίδια περίπου εποχή με αυτό του Γ. Θ. Μαυρογορδάτου.11 Σε αντίθεση με τη «“Ρεβάνς” των ηττημένων», όμως, δεν πρόκειται για μια επιφυλλιδική προσέγγιση αλλά για ένα εκτενές ιστορικό δοκίμιο, κεφάλαιο σε συλλογικό τόμο που επιμελείται ο διάσημος ιστορικός Mark Mazower, το οποίο δεσμεύεται από τους όρους του επιστημονικού του πεδίου. Η διεκδίκηση της ανασκευής θα ξεφύγει από τα όρια μιας ενδοεπιστημονικής συζήτησης αργότερα, και κυρίως με τη δημοσίευση του άρθρου των Στ. Καλύβα και Ν. Μαραντζίδη με τίτλο «Νέες τάσεις στη μελέτη του εμφυλίου πολέμου, το 2004, στην εφημερίδα Τα Νέα. Το αξιοσημείωτο είναι ότι οι δύο πανεπιστημιακοί θα μεταφέρουν το εγχείρημα της ανασκευής της «ηγεμονικής αφήγησης» του Εμφυλίου από το επιστημονικό δοκίμιο στην επιφυλλίδα διατυπώνοντας ταυτόχρονα το αίτημα μιας αυστηρότερης επιστημονικότητας: «Ο καταγγελτικός, ηθικοπλαστικός και εν τέλει έντονα ιδεολογικός λόγος αποτελεί παρελθόν» γράφουν. «Προφανώς κανείς δεν ισχυρίζεται ότι οι νέοι ερευνητές δεν έχουν τις δικές τους ευαισθησίες και ιδεολογικές αναφορές. Όμως άλλο είναι αυτό και άλλο είναι η μόνιμη και έμμονη προσπάθεια να δικαιωθεί η μία ή η άλλη παράταξη και να απαξιωθεί η αντίπαλη. Όπως άλλο είναι η σωστή εφαρμογή κάποιων βασικών ερευνητικών εργαλείων και άλλο η αγνόησή τους ή η επιλεκτική εφαρμογή τους».12

Κρατισμός και ανομία

Μια συζήτηση περί εντατικοποίησης της αποστασιοποιημένης επιστημονικότητας που από πρόθεση μεταφέρεται στις σελίδες των εφημερίδων ευλόγως προκαλεί την υποψία ότι η επιδίωξη ήταν κάθε άλλο παρά ενδοεπιστημονική, κάτι που θα καταστεί απολύτως σαφές μετά το ξέσπασμα της κρίσης. Σε κάθε περίπτωση, η αυτοπεριγραφή του «νέου κύματος» θα αφήσει ίχνος στη δημοσιότητα, προκαλώντας αντιδράσεις στον Τύπο. Δύο παρατηρήσεις, ωστόσο, πρέπει να γίνουν: Πρώτον, οι αντιδράσεις περιορίζονται στη διεξαγωγή της ενδοεπιστημονικής διαμάχης στον Τύπο – είναι δηλαδή άλλοι πανεπιστημιακοί που αμφισβητούν τους ισχυρισμούς του «νέου κύματος», όπως ο Ηλίας Νικολακόπουλος, ο Χάγκεν Φλάισερ, ο Γιώργος Μαργαρίτης, η Νένη Πανουργιά, σε ένα κύμα αρθρογραφίας που ονομάστηκε «Διάλογος για την Ιστορία».13 Η συζήτηση δεν διευρύνεται ούτε εκλαϊκεύεται σε υπολογίσιμα μεγαλύτερο βαθμό. Δεύτερον, μολονότι το θέμα της συζήτησης είναι η ανασκευή της «αριστερής ηγεμονικής αφήγησης», μιλούμε ακόμη για ένα ιστορικό ζήτημα: τον Εμφύλιο. Μ’ άλλα λόγια, η φορά παραμένει αυτή της ιστορικής έρευνας, έστω και με τους όρους της διευρυμένης δημοσιότητας της επιφυλλίδας, και δεν εκβάλλει –τουλάχιστον ολοκληρωμένα– σε μια πολιτική μάχη του παρόντος. Αυτό που, δηλαδή, εξακολουθεί να χωρίζει τη θέση που είχε διατυπώσει ο Γ. Θ. Μαυρογορδάτος το 1999 από τη διαμάχη που ξεκίνησαν ο Στ. Καλύβας και ο Ν. Μαραντζίδης το 2004 είναι πως μιλάμε ακόμη για «ηγεμονία της Αριστεράς» στην αφήγηση του Εμφυλίου και όχι τόσο για «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς στη Μεταπολίτευση».

Βέβαια, δεν υπάρχει ακριβώς μια διακοπή ανάμεσα στον «Διάλογο για την Ιστορία» του 2004 και στη χρήση της «αριστερής ηγεμονίας» κατά τη διάρκεια της κρίσης. Αφενός, η κριτική προς το «νέο κύμα» συνεχίζεται στον Τύπο,14 αφετέρου η ξεκάθαρη, απενοχοποιημένη επίθεση στην «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς» αρχίζει να κάνει την εμφάνισή της. Λόγου χάρη, το 2009 ο Στέφανος Κασιμάτης δεν παραλείπει φυσικά να αποδώσει εύσημα εκεί όπου ανήκουν, υποστηρίζοντας πως «η ιστορική θεώρηση του Εμφυλίου αναπόφευκτα θα αλλάξει κάποτε», καθώς «μια νεώτερη γενιά ιστορικών, απαλλαγμένη από τις πληγές και τα συμπλέγματα της εποχής, ήδη διαμορφώνει αυτή την αλλαγή: Μαζάουερ, Καλύβας, Μαραντζίδης κ.ά.», όμως η φορά πλέον είναι η αντίστροφη και το βλέμμα είναι στραμμένο, μ’ ένα άλμα από τον Εμφύλιο στην επίκληση της «αριστερής ηγεμονίας» στη Μεταπολίτευση, στο σήμερα: «Το άλλο που καταλαβαίνω είναι ότι οι κομμουνιστές, μολονότι συνετρίβησαν στο στρατιωτικό πεδίο, δυστυχώς νίκησαν στο πεδίο των ιδεών, με ευθύνη την οποία φέρει πρωτίστως η ίδια η Δεξιά. […] Ετσι, μια χούφτα άνθρωποι, επικαλούμενοι κάποια δήθεν αριστερά ιδεώδη, παραμορφωμένα από το πρίσμα του λαϊκισμού, μπορούν με μια συγκέντρωση στο κέντρο της Αθήνας να κάνουν κόλαση (για την πλάκα τους) τη ζωή ενός εκατομμυρίου συμπολιτών τους. Ο εκλαϊκευτής της Αριστεράς Ανδρέας Παπανδρέου, ο πολιτικός που υποθήκευσε το μέλλον των επόμενων γενεών, λατρεύεται επειδή… “ο λαός έφαγε γλυκό ψωμί”. (Ωραία! Ας το πληρώνουν λοιπόν τα δισέγγονα του λαού, τρώγοντας πικρό ψωμί!) […] Την ίδια στιγμή, η ατιμωρησία κανονικών εγκληματιών, στα Εξάρχεια, θεωρείται κεκτημένο δικαίωμα, επειδή οι αλήτες αυτοί έχουν το θράσος να κρύβονται πίσω από ακατάληπτες μπουρδολογίες περί Αριστεράς».15

Το κείμενο αυτό αποτελεί μια εξαιρετική πρώιμη συνάρθρωση των δύο δευτερευόντων αφηγηματικών νημάτων που, μαζί με τους «ηττημένους του Εμφυλίου» που έγιναν «νικητές της Μεταπολίτευσης», συνθέτουν το πλήρες ακροκεντρώο αφήγημα της «ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς. Το πρώτο νήμα από τα δύο δευτερεύοντα είναι η «αριστερή ηγεμονία» ως κλειδί για την εξήγηση της «ανομίας», ο τρόπος δηλαδή με τον οποίον για την υποτιθέμενη καταστατική παραβατικότητα της ελληνικής κοινωνίας –που μπορεί κατά περίπτωση να εκτείνεται από το παράνομο παρκάρισμα ως τη φοροδοαφυγή αλλά και, βεβαίως, τα «επεισόδια» σε διαδηλώσεις– ευθύνεται μια κάποια αριστερή στην καταγωγή «κουλτούρα διαμαρτυρίας». Ο Στάθης Καλύβας το περιγράφει, στην αρχή πλέον της κρίσης, δίχως περιστροφές: «Το τραύμα του μετεμφυλιακού κράτους και της Χούντας μετέτρεψε την “πεζοδρομιακή” δράση σε συστατικό στοιχείο της αριστερής ταυτότητας, σχεδόν ως εξαρτημένο αντανακλαστικό. Στη λογική αυτή, ο όρος “τάξη” παρέπεμπε σχεδόν αυτονόητα σε φασιστικές πρακτικές».16

Το δεύτερο νήμα είναι η ταύτιση της «αριστερής ηγεμονίας» με τον «κρατισμό», κάτι που εμφανίζεται κυρίως μετά το ξέσπασμα της κρίσης, στην εκπνοή, όπως είναι λογικό, της παντοδυναμίας του σημιτικού εκσυγχρονισμού και της υιοθέτησής του στο πλαίσιου του καραμανλικού «μεσαίου χώρου». Εδώ, άλλοτε γίνεται ρητή αναφορά στο ΠΑΣΟΚ –κάτι που εν μέσω εκσυγχρονισμού θα έμοιαζε παράλογο–, άλλοτε στη «γενιά του Πολυτεχνείου» κι άλλοτε γενικώς στην «Αριστερά» (με την κεντρώα καταγωγή του ΠΑΣΟΚ πάντοτε να αποσιωπάται), με τα τρία αυτά να χρησιμοποιούνται περίπου ως ταυτόσημα και να εναλλάσσονται ανάλογα με την περίσταση και την ανάγκη. Ένα καλό παράδειγμα της χρήσης αυτής του αφηγήματος δίνει ο Πάσχος Μανδραβέλης: «Μια φορά κι έναν καιρό τα πράγματα ήταν και ιδεολογικώς καλά τακτοποιημένα στην Ελλάδα. Η Αριστερά είχε κυριαρχήσει στον δημόσιο διάλογο και οι απόψεις της είχαν γίνει κοινός τόπος. Το κράτος ήταν στο επίκεντρο της σκέψης όλων κι όλοι -αριστεροί και δεξιοί- προσέβλεπαν σ’ αυτό διά πάσαν νόσον. Η έκφραση “μα πού είναι το κράτος;” ήταν η εκλαϊκευμένη εκδοχή αυτής της θεωρίας. Οι πολιτικοί μπάλωναν διά του κράτους όλα τα προβλήματα. […] Η ιδεολογία του μεγάλου κράτους -που έπρεπε να φροντίζει και να μην υπάρχουν χιόνια στο κεφαλόσκαλό μας- έμοιαζε να δουλεύει. Οταν δεν δούλευε (όπως γινόταν στις περισσότερες περιπτώσεις) οι ιδεολογικοί παντοκράτορες το βάφτιζαν “καπιταλιστικό”».17

Έτσι, λοιπόν, μέσα στην κρίση, το αφήγημα της «ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς» ολοκληρώνεται προς χρήση. Ακόμη καλύτερα κι από τον τότε αρχηγό του, το έχει επιστρατεύσει ο Μάκης Βορίδης, που σταδιακά αναδείχτηκε, μαζί με τον Άδωνι Γεωργιάδη, σε κύριο εκφραστή αυτού του αφηγήματος στην κεντρική πολιτική σκηνή, ενός αφηγήματος που, ας μην ξεχνάμε, η διάνοιξή του στη δημοσιότητα ξεκίνησε ως αίτημα «αποστασιοποίησης», «επιστημονικότητας» και απόρριψης του «καταγγελτικού, ηθικοπλαστικού και εν τέλει έντονα ιδεολογικού λόγου»: «Για να πω τι ακριβώς φταίει, φταίει η γενιά του Πολυτεχνείου. Η ιδεολογία του Πολυτεχνείου. Η ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς. Η Αριστερά δεν κυβέρνησε ποτέ, έχει αυτό το άλλοθι. Αλλά ηγεμόνευσε. Ηγεμόνευσε με απόλυτα κραταιό τρόπο σε όλους τους ιδεολογικούς μηχανισμούς, ηγεμόνευσε στα πανεπιστήμια, ηγεμόνευσε στα σχολεία, ηγεμόνευσε στην τέχνη, ηγεμόνευσε στη δημοσιογραφία. Η βασική πολιτική αναφορά από το ’74 και μετά και μέχρι πρότινος ήταν η ατζέντα της Αριστεράς. Διαμόρφωσε μια ολόκληρη κοινωνία. Για να χρησιμοποιήσουμε μια γκραμσιανή ανάλυση, ακόμη και αν έχεις την εξουσία, αν έχεις χάσει τους ιδεολογικούς μηχανισμούς και στην πραγματικότητα την ιδεολογική κυριαρχία σε επίπεδο βασικών ηθικών συντεταγμένων μέσα στην κοινωνία, είναι πάρα πολύ δύσκολη η πολιτική διεργασία. Να το πω απλά: όταν, παραδείγματος χάριν, η έννοια του κέρδους είναι ενοχοποιημένη, κάτι το οποίο σε όλη τη δυτική κοινωνία είναι θεμιτή επιδίωξη στην οποία στηρίζεται η ιδιωτική οικονομία και η οικονομική ανάπτυξη, τότε αντιλαμβανόμαστε τι αντανακλαστικά δημιουργούνται σε όλες τις πολιτικές παρεμβάσεις που θα ενίσχυαν την επιχειρηματικότητα. Αν το κέρδος είναι ένοχο, οποιαδήποτε τέτοια πολιτική είναι ένοχη».18

Προγονικές στιγμές

Εν μέσω κρίσης, πια, οι αναφορές στην «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς» πολλαπλασιάζονται εκρηκτικά – με την διάκριση ανάμεσα στην αφήγηση του Εμφυλίου και τη μεταπολιτευτική ηγεμονία να έχει κάνει φτερά. Υπό το φως αυτής της διαπίστωσης, είναι εξόχως ενδιαφέρον ότι κατά τη διάρκεια της κρίσης επανακαλύπτονται διάφορες προγονικές στιγμές της «αμφισβήτησης της αριστερής ηγεμονίας» και επαναγιγνώσκονται στο νέο πλαίσιο. Δύο τέτοιες εμβληματικές στιγμές, λόγου χάρη, μία πρώιμη και μία ύστερη, προέρχονται όχι από τον χώρο της ιστορικής επιστήμης ή της εκλαΐκευσής της στην επιφυλλιδογραφία, αλλά από την λογοτεχνία: η Ελένη του Νίκου Γκατζογιάννη, που εκδόθηκε το 1983 και έγινε ταινία δύο χρονια αργότερα, και η Ορθοκωστά του Θανάση Βαλτινού, που εκδόθηκε το 1994. Αμφότερα περιγράφουν την «κόκκινη βία» στον Εμφύλιο και αμφότερα είχαν ξεσηκώσει αντιδράσεις την εποχή της εμφάνισής τους. Επανέρχονται, όμως, στην ευρεία δημοσιότητα και πάλι εν μέσω κρίσης, διεκδικώντας η ανάγνωσή τους αυτή την φορά την πολεμική κατά της «αριστερής ηγεμονίας»· επιτάσσονται, θα έλεγε κανείς, με την πρόθυμη σύμπραξη των δημιουργών τους ασφαλώς, για τους άμεσους πολιτικούς σκοπούς της συγκυρίας.

Ο Νίκος Γκατζογιάννης, για παράδειγμα, δίνει συνέντευξη τον Μάρτιο του 2011 στην Καθημερινή, και λέει: «…οι Ελληνες αντιμετώπισαν το κράτος σαν γονέα και όχι σαν το κοινό ταμείο όλων, στο οποίο θα πρέπει να συνεισφέρουν. Προσπαθούν να εκμεταλλευτούν καταστάσεις χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι, όταν κλέβεις το κοινό ταμείο, πριονίζεις το κλαδί που κάθεσαι. […] Πάντα η πλευρά των ηττημένων τυλίγεται με μια αύρα ρομαντισμού. H ελληνική Αριστερά περιβαλλόταν για δεκαετίες με αυτόν τον μανδύα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί, με τη συναίνεση και την ευθύνη όλων των πολιτικών δυνάμεων στην Ελλάδα, αυτό το είδος της ψευτοσοβιετικής οικονομίας, όπου κάποιοι στο όνομα αδικιών που έγιναν τις περασμένες δεκαετίες εις βάρος τους, απαιτούσαν και επιτύγχαναν να βολευτούν σε θέσεις του δημοσίου τομέα».19

Και ο Θανάσης Βαλτινός, έναν χρόνο αργότερα, μιλάει στην ίδια εφημερίδα, όπου διαβάζουμε: «Από τα πρώτα χρόνια του Ανδρέα πήραμε λάθος δρόμο. Ολες αυτές οι απαιτήσεις. Οι συνδικαλιστές. Η θεσμοθέτηση της διαφθοράς. Οι αποζημιώσεις για οτιδήποτε. Το κομματικό μαγαζί πάντα υπήρχε, αλλά όχι αυτή η συστηματοποίηση. Ολοι αυτοί οι αγροτικοί σύνδεσμοι όπου η νοοτροπία του νομάρχη ήταν ‘πάρε λεφτά και μην τα δώσεις ποτέ πίσω’. Η Ελλάδα κρέμεται πάνω από τον γκρεμό και, δυστυχώς, η Αριστερά απέχει ακόμα μια φορά, όπως και το ’46. Η αίσθησή μου είναι ότι, δυστυχώς, επενδύουν στη μεγαλύτερη εξαθλίωση του λαού πιστεύοντας ότι έτσι θα καταλάβουν την εξουσία. Ο Ζαχαριάδης δεν ήθελε να πάρει την εξουσία σαν αστικό κόμμα. Κι έγινε ο Εμφύλιος έτσι, σαν νεύρωση. Φαίνεται ότι δεν έχουν αλλάξει μυαλά. Για την Αλέκα Παπαρήγα δεν έχω να πω κάτι, δεν αντέχει σε κριτική ο λόγος της, αλλά ο Τσίπρας είναι νέος άνθρωπος, είναι κρίμα. Φοβερή απογοήτευση”».20

Coming home

Σ’ αυτό το σημείο πια δεν προκαλεί καμία έκπληξη ότι το αίτημα για «επιστημονικότητα» έρχεται να ολοκληρώσει το ταξίδι του από την ιστορική μελέτη στην επιφυλλίδα, με μια μορφή που είναι σχεδιασμένη για να συνδυάσει την εγκυρότητα και την μαζική απεύθυνση, αυτή του εκλαϊκευμένου βιβλίου ιστορίας: η αναθεώρηση του Εμφυλίου ως ιδεολογικό εργαλείο στην πολιτική σύγκρουση της κρίσης «επιστρέφει σπίτι της» με το βιβλίο των Στάθη Καλύβα και Νίκου Μαραντζίδη, Εμφύλια Πάθη – 23 ερωτήσεις και απαντήσεις για τον Εμφύλιο. Όπως το θέτουν οι ίδιοι οι συγγραφείς: «Το πρόβλημα όμως είναι ότι η επούλωση αυτή έγινε με τοξικά υλικά, το οποίο αποκαλύφθηκε πανηγυρικά όταν ξέσπασε η μεγάλη οικονομική κρίση του 2010. Ως τότε η σοβαρή ενασχόληση με την Ιστορία ήταν κυρίως ένα χόμπι πολυτελείας, ενώ η ευμάρεια επέτρεπε το ξεπέρασμα των τραυμάτων του παρελθόντος, δίχως την ανάγκη πραγματικής ιστορικής αυτογνωσίας. Η κρίση, όμως, γκρεμίζοντας τη βεβαιότητα ότι η Ελλάδα είχε ξεφύγει οριστικά από τις αντιδημοκρατικές και βίαιες παθολογίες του παρελθόντος, επέτρεψε τη διάδοση εμφυλιοπολεμικών ψυχώσεων που εκφράστηκαν κυρίως μέσω πρωτόγονων συνθημάτων ποδοσφαιρικού τύπου («ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-Μελιγαλάς» ή «Στο Βίτσι και τον Γράμμο σας χώσαμε στην άμμο») που βρήκαν πρόσφορο έδαφος σε σημαντικό κομμάτι μιας αποπροσανατολισμένης κοινής γνώμης. Επικράτησε έτσι ένα είδος σχεδόν τελετουργικής αναφοράς στα ιστορικά γεγονότα της δεκαετίας του ’40 που, αντί να τονίζει την τραγική διάσταση της μεγάλης αυτής ανθρώπινης και εθνικής καταστροφής, παραποιούσε μια σύνθετη πραγματικότητα, μετατρέποντάς τη σε μισαλλόδοξη και φανατική πολιτική συνθηματολογία και προπαγάνδα. Στόχος; Να εκμαιεύσει μια εύκολη συναισθηματική αντίδραση από ένα κοινό εθισμένο να τρέφεται από ιστορικούς μύθους και να αναζητά αποδιοπομπαίους τράγους. […] Στη βάση αυτή στηρίχτηκε και αναπτύχθηκε η απλουστευτική αντιμνημονιακή ρητορική των τελευταίων ετών που χρησιμοποίησε το κυρίαρχο αφήγημα για τη δεκαετία του ’40 προκειμένου να περιγράψει άσχετες με την περίοδο αυτή καταστάσεις. […] Στο αφήγημα αυτό στηρίχθηκε εν πολλοίς και η άνοδος συγκεκριμένων πολιτικών δυνάμεων που επένδυσαν σε αυτό τον παραπλανητικό και ιστορικά ψευδεπίγραφο ρεβανσισμό της μνήμης. Την πρακτική αυτή ακολούθησε συστηματικά η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και εξίσου χαρακτηριστικές υπήρξαν οι διακηρύξεις στελεχών του για ‘ορισμένους πολιτικούς και δημοσιογράφους που θυμίζουν μαυραγορίτες της Κατοχής’».21

Η εξαφάνιση της διάκρισης ανάμεσα στην «ηγεμονική αφήγηση του Εμφυλίου» και στη «μεταπολιτευτική ηγεμονία της Αριστεράς» αφήνει πίσω της μια χρήση αμιγώς πολιτικοεργαλειακή, εστιασμένη στα διακυβεύματα της κρίσης. Σε μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή, η «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς» γίνεται το ηγεμονικό αφήγημα αυτού που έχουμε ονομάσει Ακραίο Κέντρο – δηλαδή της αυτόνομης τεχνολογίας της δημοσιότητας που εμφανίζεται κατά την κρίση, αποτελεί διάδοχη μορφή του εκσυγχρονισμού και των θεωριών του μεσαίου χώρου, δηλαδή των καθ’ ημάς εκδοχών του Ριζοσπαστικού Κέντρου, και επιχειρεί έναν ευρύτατο και ριζικό μετασχηματισμό της δημόσιας συζήτησης με στόχο τη συμμόρφωση των αντικειμενικών δυνατοτήτων της σε ένα πλαίσιο που να καθιστά από δυσχερή ως αδιανόητη την αμφισβήτηση της ιστορικής συνθήκης της μεταδημοκρατίας.

Νέες Μεταπολιτεύσεις

Δεν αποτελεί βέβαια μυστήριο ότι η χρήση του αφηγήματος της «ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς» στη δημοσιότητα εντείνεται κατά την περίοδο ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ, όσο δηλαδή κλιμακώνεται η αυτοσύσταση ενός πολιτικού μετώπου με επιθετικό τρόπο ως «ριζοσπαστικής Αριστεράς». Αυτό, όμως, που πρέπει να προσεχτεί είναι πως απέναντι σ’ αυτή την επιθετικά αυτοσυστηνόμενη Αριστερά, προτάσσεται, μέσω του εν λόγω αφηγήματος, η σύνδεσή της με το παρελθόν, με τα περίφημα «δεινά της Μεταπολίτευσης». Το αφήγημα της «ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς» προσλαμβάνει, έτσι, μια κομβική λειτουργία στο επικαιρικό πολιτικό παιχνίδι: αποδίδει την αναδυόμενη δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ στο αμαρτωλό παρελθόν, επιτρέποντας στους αντιπάλους του να τον αντιμετωπίζουν ως «παλαιά» αντί για «νέα» πολιτική δύναμη, και κατ’ αντιπαραβολή να διεκδικούν οι ίδιοι το «νέο» ως θιασώτες μιας «Νέας Μεταπολίτευσης».22 Ο ΣΥΡΙΖΑ με τη σειρά του, άλλωστε, θα οργανώσει την εδραίωσή του ως κυβερνητικού κόμματος μέσα από τον χειρισμό της ίδιας έννοιας: οι λέξεις «Νέα Μεταπολίτευση» θα εμφανιστούν ως κεντρικό σύνθημα για τις προτάσεις που θα διατυπώσει ο Αλέξης Τσίπρας σχετικά με τον εκλογικό νόμο και την αναθεώρηση του Συντάγματος, το καλοκαίρι του 2016. Κι αυτή η ανάληψη του συνθήματος από τον ΣΥΡΙΖΑ δείχνει με χαρακτηριστικότατο τρόπο ότι η τεχνολογία του Ακραίου Κέντρου, μακράν του να δεσμεύεται σε μια παραταξιακή λογική, προσφέρει πολύτιμα εργαλεία για οποιονδήποτε βρίσκεται στην ανάγκη να υπερασπιστεί τη μεταδημοκρατική συναίνεση.

Είναι απαραίτητο, επίσης, να επισημανθεί κάτι το φαινομενικά παράδοξο: καθώς το αφήγημα της «μεταπολιτευτικής ηγεμονίας της Αριστεράς» πηγάζει ολοκληρωτικά σχεδόν από μια θεώρηση του Εμφυλίου, μοιάζει να χάνει τελείως έναν από τους βασικούς ρόλους που πράγματι παίζει ένα μέρος της Αριστεράς κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο – τη συμμετοχή, σε διαδοχικές φάσεις και σε μεγάλη έκταση, στον μεταπολιτευτικό μηχανισμό της δημόσιας διοίκησης, κυρίως σε επίπεδο μεσαίων και ανώτερων στελεχών, και στην ιδεολογική νομιμοποίηση των κρατικών πολιτικών, και εντέλει τη σχεδόν ολοκληρωτική ανάληψη του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος.23 Και, βέβαια, το γεγονός της αποσιώπησης αυτού του ρόλου της Αριστεράς είναι μόνο φαινομενικά παράδοξο, ακριβώς επειδή το Ακραίο Κέντρο όχι μόνο τον γνωρίζει αλλά τον συναντά καταγωγικά. Γι’ αυτό και, εξετάζοντας την πληθώρα κειμένων που κάνουν χρήση του αφηγήματος της «ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς» κι αναλογιζόμενος την απολυτότητά τους, δεν πρέπει να παρασυρθεί κανείς σε μια εικόνα όπου το Ακραίο Κέντρο απορρίπτει καθετί που έχει σχέση με την αριστερή πολιτική παράδοση. Η σχέση είναι πιο περίπλοκη και πιο ενδεικτική των συνθέσεων που γεννούν το φαινόμενο του Ακραίου Κέντρου.

Εννοούμε καταρχάς ότι προφανώς το Ακραίο Κέντρο αυτοκατανοείται ως κατεξοχήν αρμόδιο να εκφέρει κρίση σε σχέση με τις μεταπολεμικές και –κυρίως– μεταπολιτευτικές τύχες της Αριστεράς. Μ’ αυτή του την αρμοδιότητα, όμως, την ίδια στιγμή που ενοχοποιεί την Αριστερά για τις κακοδαιμονίες της Μεταπολίτευσης που, λίγο πολύ, οδηγούν στην κρίση, χρησιμοποιεί ακριβώς τους όρους της «ηγεμονίας» που καταγγέλει για να αντλήσει νομιμοποίηση. Η Αριστερά όχι μόνο δεν νοείται συλλήβδην παρωχημένη αλλά, απεναντίας, υπάρχει μια Αριστερά που κατατάσσεται κι αυτή στις δυνάμεις που υπερασπίζονται τις γνήσιες αστικές, ευρωπαϊκές αξίες –μια οιονεί «ανέκαθεν κεντρώα» Αριστερά–, την οποία το Ακραίο Κέντρο διεκδικεί στο παρόν. Θα πρέπει συνεπώς να αναλάβουμε τη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο η ανανεωτική Αριστερά, όπως εκφράστηκε κομβικά από το ΚΚΕ εσωτερικού και τις μεταλλάξεις του, συνδέεται καταγωγικά με το Ακραίο Κέντρο.24 Και πώς η σύνδεση αυτή, σύνδεση ασφαλώς όχι μονόπλευρη αλλά πολλαπλώς προσδιορισμένη και υπερκαθορισμένη, αντανακλάται στις ακροκεντρώες μεταλλάξεις του λόγου της –και γύρω από την– διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Μην ξεχνάμε εξάλλου πως ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί ακριβώς τον κληρονόμο αυτής της παράδοσης της ανανεωτικής Αριστεράς, που απλώς δεν ακολούθησε ολοκληρωτικά την κεντρώα της μετάλλαξη – τουλάχιστον μέχρι το ορόσημο των βουλευτικών εκλογών του Ιανουαρίου 2015.

Ο τρόπος που το Ακραίο Κέντρο θα χρησιμοποιήσει την παράδοση της ανανεωτικής Αριστεράς δεν θα περιοριστεί στην ηθική νομιμοποίηση που μια τέτοια επίκληση δύναται να προσφέρει, αλλά ακολουθεί μάλλον αυτό που ο Raymond Williams αποκαλούσε «εργασία επιλεκτικής παράδοσης».25 Η εργασία αυτή συνίσταται στην ενεργό ανακατασκευή των καταλοιπικών παραδόσεων και συμβολισμών, ώστε να ερμηνευτούν και να αξιοποιηθούν καινούρια γεγονότα και καταστάσεις. Μια τέτοια επεξεργασία μπορεί να αποπλαισιώνει τα αρχικά επιχειρήματα, διατηρεί ωστόσο συνδέσεις που δεν μας επιτρέπουν να μιλήσουμε για απλή λαθροχειρία. Αυτό όμως αποτελεί το θέμα ενός άλλου κειμένου.

___

1 Αντώνης Σαμαράς, ομιλία στη νέα κοινοβουλευτική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας, που προέκυψε από τις εκλογές του Μαΐου 2012, 17.05.2012 (video)
2 Το κείμενο αυτό οφείλει πολλά στο εξαιρετικό δοκίμιο της Μάγδας Φυτιλή, «Η “ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς” στην εποχή της κρίσης», Red Notebook, 17.09.2013. Ευχαριστίες και στον Μιχάλη Παναγιωτάκη που μας το υπέδειξε.
3 Γ. Θ. Μαυρογορδάτος, «Η “ρεβάνς” των ηττημένων», Το Βήμα, 17.10.1999
4 ό.π.
5 ό.π.
6 Πρόκειται για τον νόμο 1863 του 1989.
7 «Μας αποκάλεσαν “αναθεωρητές”, έννοια που παραπέμπει στους αρνητές του Εβραϊκού Ολοκαυτώματος». Βλ. Στάθης Ν. Καλύβας, «Ανατομία μιας επίθεσης», Η Καθημερινή, 06.07.2014,
8 «…αποτιμούμε τον χαρακτηρισμό μας ως ‘αναθεωρητών’ ως ιδιαίτερα τιμητικό, αφού εκεί ακριβώς έγκειται η ουσία της επιστημονικής προσέγγισης». Βλ. Στάθης Ν. Καλύβας, Νίκος Μαραντζίδης, Εμφύλια Πάθη – 23 ερωτήσεις και απαντήσεις για τον Εμφύλιο, Μεταίχμιο, 2015, σ. 24.
9 Στάθης Καλύβας, Νίκος Μαραντζίδης, «Νέες τάσεις στη μελέτη του εμφυλίου πολέμου», Βιβλιοδρόμιο, Τα Νέα, 20.03.2004
10 Για μια αναλυτική εξιστόρηση της «νέας ιστοριογραφίας» και του πολιτικού της προγράμματος, βλ. Γιάννης – Ορέστης Παπαδημητρίου, «Η ενηλικίωση της ακροκεντρώας ιστορίας Ι: Η κοινότητα μιας αναθεώρησης», UNFOLLOW, τεύχος 50, Φεβρουάριος 2016· «Η ενηλικίωση της ακροκεντρώας ιστορίας ΙΙ: Ο εμφύλιος γύρω τους», UNFOLLOW, τεύχος 51, Μάρτιος 2016.
11 Stathis N. Kalyvas, “Red Terror: Leftist Violence During the Occupation”, στο Mark Mazower (επιμ.), After the War was Over: Reconstructing Family, State, and Nation in Greece, 1944-1960, Princeton University Press, 2000.
12 Στάθης Καλύβας, Νίκος Μαραντζίδης, «Νέες τάσεις στη μελέτη του εμφυλίου πολέμου», ό.π.
13 Το θέμα μας εδώ δεν είναι η ιστοριογραφία του Εμφυλίου –ούτε φυσικά η επιστημονική αξία του αυτοαποκαλούμενου «νέου κύματος»– αλλά η σχέση της με το αφήγημα της «αριστερής ηγεμονίας» και την πολιτική χρήση του κατά την περίοδο που εξετάζουμε. Ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μπορεί να στραφεί, ενδεικτικά, στο δοκίμιο της σημ. 10, καθώς και στο σημαντικότερο έργο του Στ. Καλύβα, The Logic of Violence In Civil War, Cambridge, 2006· επίσης στο βιβλίο του Νίκου Μαραντζίδη, Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας 1946-1949, Αλεξάνδρεια, 2010· και, βεβαίως, στο πρόσφατο βιβλίο Εμφύλια πάθη (σημείωση 8). Σχετικά με τον «Διάλογο για την ιστορία», εκτός από το άρθρο της σημ. 9, βλ. εισαγωγικά: «Εκσυγχρονισμένα κονσερβοκούτια», Ο Ιός, Ελευθεροτυπία, 05.12.2004. Επίσης, ενδεικτικά: Νένη Πανουργιά, «Ο ‘Αγιος Βελουχιώτης’ και οι… άμοιροι Ταγματασφαλίτες», Τα Νέα, 02-03.10.2004· Ηλίας Νικολακόπουλος, «Η κόκκινη βία και ο εξαγνισμός των δωσιλόγων», Τα Νέα, 22.05.2004· Γιώργος Μαργαρίτης, «Όταν η μελέτη της Ιστορίας γίνεται… κουτσομπολιό», Τα Νέα, 05.06.2004.
14 Για τη συνέχεια της διαμάχης, βλ. ενδεικτικά: Ηλίας Νικολακόπουλος, «Το “νέο κύμα” και η τριλογία της σύγχυσης», Τα Νέα, 07.02.2009· Χάγκεν Φλάισερ, «Προς τι η προβολή ενός μοιραίου ανθρώπου;», Τα Νέα, 28.11.2009· Στάθης Ν. Καλύβας, «Η ιστορία ως τυμβωρυχία», Το Βήμα, 20.12.2009· Χάγκεν Φλάισερ, «Η “κόκκινη” και η “μαύρη” βία», Το Βήμα, 10.01.2010.
15 Στέφανος Κασιμάτης, «Προοδευτικός στη σημερινή Ελλάδα σημαίνει και αντικομμουνιστής», Η Καθημερινή, 05.07.2009.
16 Στάθης Ν. Καλύβας, «Ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο;», Η Καθημερινή, 06.06.2010.
17 Πάσχος Μανδραβέλης, «Οι συνέπειες της ιδεολογικής ηγεμονίας», Η Καθημερινή, 08.04.2012.
18 «Μάκης Βορίδης: “Ταυτότητα της Δεξιάς είναι η υπεράσπιση της ελευθερίας”», συνέντευξη στον Α. Ζενάκο και στον Λ. Χαραλαμπόπουλο, UNFOLLOW, τεύχος 35, Νοέμβριος 2014. Ο χειρισμός του ζητήματος από τον Μάκη Βορίδη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όχι μόνο διότι στρέφει τα «αριστερά» αναλυτικά εργαλεία κατά της Αριστεράς, αναπληρώνοντας έτσι ένα κενό και λειτουργώντας και λίγο ως «διανοούμενος πολιτικός» της παράταξής του, αλλά και διότι η «γκραμσιανή ανάλυση» αποτελεί μια προσέγγιση του ζητήματος της ηγεμονίας που φέρνει έντονα στον νου τη γαλλική «Νέα Δεξιά», όπως εκφράστηκε μέσα από το Groupement de Recherches et d’Etudes pour la Civilisation Européenne (GRECE). Πρόκειται για μια ιδεολογική συγγένεια που, στον αντίποδα των σχέσεων του Μ. Βορίδη με ακροδεξιές δυνάμεις όπως το Εθνικό Μέτωπο των Λεπέν, δεν έχει εξεταστεί ούτε αρκετά ούτε αρκετά δημόσια. Για τη «Νέα Δεξιά» και το ζήτημα της ηγεμονίας βλ. ενδεικτικά: Jean-Yves Camus, “La Nouvelle droite française et son rapport avec Mai 68”, Fragments sur les Temps Présents, 31.08.2009.
19 Μαργαρίτα Πουρνάρα, «Ο Εμφύλιος στοιχειώνει την πολιτική ζωή ακόμη», Η Καθημερινή, 03.04.2011.
20 Ηλίας Μαγκλίνης, «Ενώ η χώρα γκρεμίζεται, η Αριστερά απέχει», Η Καθημερινή, 04.03.2012.
21 Στάθης Ν. Καλύβας, Νίκος Μαραντζίδης, Εμφύλια Πάθη, ό.π., σ. 510-511.
22 Για μια καίρια πραγμάτευση του θέματος της «Νέας Μεταπολίτευσης» βλ. Δημήτρης Παπανικολάου, «Η κατάργηση της Μεταπολίτευσης», UNFOLLOW, τεύχος 15, Μάρτιος 2013
23 Βλ. ενδεικτικά Παναγιώτης Σωτήρης, «Ρηγάδες του “ναι”, του “όχι” και –αρκετά συχνά– της εξουσίας», UNFOLLOW, τεύχος 50, Φεβρουάριος 2016
24 Για μια γενεαλογία του μετριοπαθούς, κεντρώου λόγου που λαμβάνει υπόψη την καταγωγική σχέση με την ανανεωτική Αριστερά βλ. Έφη Γιαννοπούλου, Γιάννης- Ορέστης Παπαδημητρίου, «Η χρεοκοπία των ελίτ ΙΙ: Γενεαλογία μιας διανόησης του Ευρώ», UNFOLLOW, τεύχος 45, Σεπτέμβριος 2015
25 Raymond Williams, Marxism and Literature, Ν. Υόρκη 1977, σσ. 122-3


ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

Αυγουστίνος Ζενάκος

[email protected]


Ο Αυγουστίνος Ζενάκος εργάστηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα» από το 2000 ως το 2010. Συνεργάστηκε με διάφορα ...

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

Χρήστος Νάτσης


Ο Χρήστος Νάτσης είναι υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Στο UNFO...