FREE - WEB ONLY - ΠΟΛΙΤΙΣΜΕΝΑ

Η κριτική ως νταβατζιλίκι

| 4/8/2017

Παρατηρήσεις σε ένα μη κριτικό σχόλιο


Στο τεύχος Ιουλίου του UNFOLLOW δημοσιεύτηκε κριτικό μου σημείωμα με αντικείμενο τις πρόσφατες προσπάθειες του Βασίλη Λαμπρόπουλου, κατόχου της νεοελληνικής έδρας Κ. Π Καβάφη και διδάσκοντα Κλασική και Συγκριτική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, να θεμελιώσει μια κριτική της ποιητικής γενιάς του 2000 με άξονα την έννοια της μελαγχολίας της Αριστεράς. Οι δύο αυτοι πυλώνες της προσπάθειάς του, η «γενιά του 2000» και η «μελαγχολία της Αριστεράς» θεωρούνται στο κείμενό μου ως μυθικές κατασκευές προορισμένες να επαληθεύσουν κριτικές προκαταλήψεις του φιλολόγου. Σωστό ή λάθος, το κείμενό μου περί αυτού προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει, περί του αν δηλαδή το κριτικό σχήμα που ο Βασίλης Λαμπρόπουλος προτείνει είναι ή όχι πειστικό.

Χθες, ο Βασίλης Λαμπρόπουλος είχε την καλοσύνη να αναδημοσιεύσει στο μπλογκ του το κείμενο. Φρόντισε ωστόσο να του προτάξει ένα εισαγωγικό σχόλιο που νομίζω ότι φωτίζει καλύτερα από όλα τα προηγούμενα φιλολογικά γραπτά του το τι θέλει να κάνει. Παραθέτω:

«Έχω αναφερθεί συχνά στην συστηματική προσπάθεια πολλών ποιητών του 2000 να γράψουν για το έργο συναδέλφων τους επειδή γνωρίζουν πόσο (με ελάχιστες εξαιρέσεις) τους αγνοεί η κρατούσα κριτική.  Είναι ένας εξαίρετος τρόπος να υπερασπιστούν την νέα ποίηση.  Για να θυμήσω με τι χαμηλό επίπεδο έχουν να κάνουν αναδημοσιεύω εδώ πρόσφατο χαρακτηριστικό δείγμα κριτικής αμάθειας και εμπάθειας  που υπογράφει ο υπεύθυνος Πολιτιστικών του μηνιαίου περιοδικόυ Unfollow.  Είναι αξιοπρόσεκτο πως δεν εκφράζει καμιά απολύτως γνώμη για τις σύγχρονες ποιητικές τάσεις, και ενδιαφέρεται μόνο να αξιολογήσει τον κριτικό σαν … “μάγειρα”».

Αποφεύγοντας να επικαλεστεί έστω και μισό επιχείρημα, ο Λαμπρόπουλος αποφασίζει να πετάξει τη μπάλα στην εξέδρα. Και το κάνει με έναν έντεχνο τρόπο. Αν παρακάμψει κανείς τους προσωπικούς χαρακτηρισμούς -ήπιους, αν σκεφτεί κανείς ότι εντάσσονται σε φιλολογική διαμάχη, έως ανέμπνευστους, ει μη και ανελλήνιστους (τι σημαίνει άραγε «κριτική αμάθεια»; Πως κάποιος είναι άμαθος στην κριτική; Πως χρησιμοποιεί την αμάθεια ως κριτικό εργαλείο;)- κι αν παρακάμψει και τη μετάβαση σε άλλο γήπεδο, όπου ελέγχεται η απουσία θέσης σε ένα θέμα που δεν έχω θέσει, τι μένει;

Μένει η θέση ότι υπάρχει μια διάκριση ποιητών του 2000 (έτσι, αξιωματικά) και καθεστωτικής κριτικής, με την δεύτερη όχι απλά να αγνοεί τους πρώτους, αλλά να ορίζεται ακριβώς ως αυτή που αγνοεί τους πρώτους. Ποιοι είναι αυτοί; Έλα μου ντε. Πού γράφουν; Σε ποια μη καθεστωτικά έντυπα; Δεν ξέρουμε, ο φιλόλογος μάς κρατά μακριά από την κρυφή του αυτή γνώση. Έτσι είναι όμως, αφού ο ίδιος το λέει. Με τη ντρίπλα αυτή, ο καθηγητής του Μίσιγκαν παρουσιάζει αυτό που είναι διαφωνία μεταξύ μας, μεταξύ δύο κριτικών, ως δική μου προκατειλημμένη επίθεση σε μια ολόκληρη γενιά επισφαλών και κατατρεγμένων μελαγχολικών ποιητών. Ωραίο σκηνικό για να εισέλθει εν πλήρει δόξη ο σωτήρας Λαμπρόπουλος και να προστατέψει από το περιθώριο της έδρας Καβάφη τους κατατρεγμένους.

Το σχήμα αυτό -κακός κριτικός που επιτίθεται σε καλούς ποιητές και καλός κριτικός που προστατεύει καλούς ποιητές- δεν ξέρω σε ποιο εγχειρίδιο φιλολογίας το έχει δει ο αγαπητός Λαμπρόπουλος. Ούτε φαντάζομαι πώς ο ίδιος το αποκαλεί. Στο χωριό μου πάντως έχει γνωστό όνομα: λέγεται νταβατζιλίκι. Και χαρακτηρίζεται ακριβώς από το να πουλάς σε κάποιον προστασία, όχι επειδή την χρειάζεται όντως, αλλά για να αποκτήσεις εσύ όφελος.

Όταν ο Βασίλης Λαμπρόπουλος θυμηθεί ότι είναι και κριτικός και προσκομίσει συγκεκριμένα επιχειρήματα που να τεκμαίρουν τόσο την ύπαρξη γενιάς όσο και την κριτική δυσθυμία απέναντί της (σε μια εποχή μάλιστα που η χρήση των νέων μέσων καθιστά τα όρια πομπού, δέκτη και κριτικού ακόμη πιο ασαφή), με χαρά να καθίσουμε να συζήτησουμε. Μέχρι τότε, χαίρομαι που δεν γνωρίζω την τέχνη της προστασίας που ασκεί με δεξιοτεχνία, αν μη τι άλλο, ο συμπαθής κατά τ’ άλλα καθηγητής. Προς τούτο, αν και καθεστωτικός κριτικός, υπεύθυνος μάλιστα των πολιτιστικών σελίδων του UNFOLLOW, αισθάνομαι σοφότερος, με την έννοια που απέδιδε στον όρο ο αγαπημένος -και στον Βασίλη Λαμπρόπουλο- Ρολάν Μπαρτ: έχοντας δηλαδή ξεμάθει τα εύκολα κριτικά τερτίπια της πατρωνίας.


ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

Χρήστος Νάτσης


Ο Χρήστος Νάτσης είναι υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Στο UNFO...