ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΤΟ UNFOLLOW 71

unfollow-sindromes
unfollow-sindromes
UNFOLLOW newsletter
FREE - WEB ONLY - ΔΙΕΘΝΗ

Η δίκη του Μπαράκ Ομπάμα

| 15/11/2016 - 11:35

Επισκεπτόμενος την Αθήνα στο λυκόφως της δεύτερης και τελευταίας θητείας του, ο απερχόμενος ηγέτης των Ηνωμένων Πολιτειών φαίνεται να διχάζει το εγχώριο κοινό όσο κανένα ζήτημα της πρόσφατης επικαιρότητας. Επί τη ευκαιρία του ταξιδιού του στην ελληνική πρωτεύουσα, ανατρέχουμε στην πολυτάραχη οκταετία του πρώτου μαύρου Προέδρου και τις κομβικές στιγμές της εντός κι εκτός των αμερικανικών συνόρων.


«Φέργκιουσον: το θλιβερό τέλος της Εποχής του Ομπάμα· η κενή ουδετερότητα, η ηθική χρεοκοπία και η πολιτική δειλία του είναι πια αδιαμφισβήτητη ακόμα και από τους πιο πιστούς του ουραγούς».

Μ’ αυτή τη δημοσίευση στις 25 Νοεμβρίου 2014, ο καθηγητής Κόρνελ Γουέστ, ένας απ’ τους επιφανέστερους μαύρους δημόσιους διανοούμενους των Ηνωμένων Πολιτειών, υποδεχόταν την είδηση της αθώωσης του αστυνομικού που δολοφόνησε εν ψυχρώ τον 18χρονο Μάικλ Μπράουν στο Φέργκιουσον του Μιζούρι, πυροδοτώντας έναν έντονο κύκλο εξεγέρσεων που διαδόθηκε απ’ άκρη σ’ άκρη της Αμερικής. Η οργή απέναντι στις μαζικές δολοφονίες μαύρων από αστυνομικούς που κλιμακώθηκαν τα τελευταία χρόνια, γρήγορα απέκτησε το δικό της όνομα: Black Lives Matter («Οι μαύρες ζωές έχουν σημασία»). Υπό αυτό το σύνθημα, η άμυνα απέναντι στην αιματηρή ασυδοσία των οργάνων της τάξης έμελλε να εξελιχθεί στο μεγαλύτερο και σημαντικότερο κίνημα που έχουν δει οι Ηνωμένες Πολιτείες τις τελευταίες δεκαετίες.

Τη δεκαετία του 1960, την τελευταία φορά που η Αμερική γνώρισε μεγάλη εσωτερική σύγκρουση με αίμα στους δρόμους, ο τότε Πρόεδρος Λύντον Τζόνσον είχε αποδειχθεί τρομακτικά ανεπαρκής στη διαχείριση κρίσεων. Όσο κι αν η στράτευση του κόμματός του ήταν επισήμως με τα θύματα της ρατσιστικής βίας και την άρση των θεσμικών αδικιών κατά των μαύρων πολιτών, η «μετριοπάθεια» που τον χαρακτήριζε, έφερε τα αντίθετα ακριβώς αποτελέσματα από τα επιθυμητά. Όσο βρισκόταν στο τιμόνι της χώρας, έφτασε τελικά να λειτουργεί απλά ως πολυτελές πορτ παρόλ του Τζ. Έντγκαρ Χούβερ, σύμφωνα με συνομιλίες τους που αποκαλύφθηκαν εκ των υστέρων, όπου ο διοικητής του FBI δίνει «γραμμή» στον Πρόεδρο για διάσημα και βάρβαρα περιστατικά ρατσιστικής βίας, οι δράστες των οποίων παρέμεναν ατιμώρητοι ή διέφευγαν με ήπιες ποινές. Όταν τελικά έφυγε από τον Λευκό Οίκο, η αισθητά λιγότερο ανθρωπιστική διακυβέρνηση Νίξον που τον διαδέχθηκε εντατικοποίησε τις επιθέσεις κατά των μαύρων Αμερικάνων, μέσω της προϋπάρχουσας επιχείρησης COINTELPRO του FBI, αλλά και της στοχευμένης διαχείρισης – και σύμφωνα με πολλές επιφανείς προσωπικότητες του τότε Κινήματος, της στοχευμένης διανομής – των ναρκωτικών στις κοινότητες των μαύρων.

Μπορεί οι όροι να έχουν αλλάξει, αλλά η Ιστορία εδώ μοιάζει να επιδίδεται σε μία πολύ άσχημη επανάληψη. Ακόμα και άνθρωποι με πολύ φιλικότερη διάθεση απέναντι στον Ομπάμα απ’ αυτή που έχει ο Κόρνελ Γουέστ, δυσκολεύονται να διαφωνήσουν ότι ο απερχόμενος αμερικάνος Πρόεδρος επηρέασε μόνο συμβολικά τη φυλετική βία και αδικία στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ο δε συμβολισμός του υπήρξε ιδιαίτερα ατυχής, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς ότι το 2008 κέρδισε την εμπιστοσύνη του αστρονομικού 96% των αφρο-αμερικανών ψηφοφόρων, ποσοστό το οποίο δύσκολα συναντάται σε εκλογικά αποτελέσματα – σε περίπτωση που δεν έχουν υποστεί αδέξια νοθεία. Οχτώ χρόνια αργότερα και έχοντας κρατήσει ίσες αποστάσεις απέναντι στην κλιμακούμενη βία, τον Ομπάμα τώρα διαδέχεται κάποιος που έχει διαγράψει ακόμα κι εκτός πολιτικών πόστων λαμπρή σταδιοδρομία στην προσπάθεια ενοχοποίησης μη-λευκών, με διασημότερη την ολοσέλιδη καταχώρηση σε εφημερίδες υπέρ της επιβολής θανατικής ποινής στους «πέντε του Σέντραλ Παρκ» που είχαν κατηγορηθεί –αδίκως, όπως αποδείχθηκε– για τον βιασμό μίας γυναίκας το 1989. Ακόμα χειρότερα, στο υπουργικό συμβούλιο του Ντόναλντ Τραμπ, τη θέση του Γενικού Εισαγγελέα, φαίνεται να καταλαμβάνει ο πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Ρούντι Τζουλιάνι, γνωστός για την εθνοτικά φορτισμένη αστυνομική εκκαθάριση της πόλης του, η οποία δεν θα ήταν υπερβολή να πει κανείς ότι γέννησε το σύγχρονο αστυνομικό κράτος.

Τα προγνωστικά είναι ιδιαίτερα δυσοίωνα για την κοινωνική ειρήνη στις ΗΠΑ. Η εκλογή Τραμπ βρίσκει την ισχύ της αστυνομίας σε ιστορικό υψηλό, έχοντας κατακτήσει σημαντικές νίκες επί των ημερών του προκατόχου του. Το Αδελφικό Τάγμα της Αστυνομίας (Fraternal Order of Police – FOP), το συνδικαλιστικό όργανο των αμερικάνων αστυνομικών που αριθμεί 330.000 μέλη και μεγάλο μέρος της δραστηριότητας του είναι προσανατολισμένο στη διευθέτηση των δικαστικών υποθέσεων αστυνομικής αυθαιρεσίας και τις ανάλογες πιέσεις προς την πολιτική ηγεσία, έσπευσε να συγχαρεί τον καινούργιο Πρόεδρο, ο οποίος κέρδισε την υποστήριξή του με συντριπτική πλειοψηφία (“overwhelmingly”) στο διοικητικό συμβούλιο. Ας σημειωθεί ότι τα τελευταία χρόνια, με το FOP να πρωτοστατεί στις μαζικές αθωώσεις αστυνομικών που έχουν δολοφονήσει ή κακοποιήσει μαύρους πολίτες «σε αυτοάμυνα», ο αριθμός των μελών του σημειώνει αυξητικές τάσεις, ενώ δεν είναι και λίγα τα «προνόμια» που έχουν χαρεί οι κατά τόπους αστυνομίες και οι προμηθευτές υλικού τους. Η καταστολή των διαδηλωτών τα τελευταία χρόνια στις ΗΠΑ έχει άλλωστε εγείρει το θέμα της στρατιωτικοποίησης της αστυνομίας, όπου σημειώνονται υπέρογκοι προϋπολογισμοί, με αυξητική -και πάλι- τάση.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της οκταετίας, ο Μπαράκ Ομπάμα διάλεξε πολύ προσεκτικά τα σημεία στα οποία επιχείρησε τομές. Ο κλοιός συμφερόντων της αστυνομίας δεν ήταν ανάμεσά τους. Παρότι εκατοντάδες επιστολές αξιωματικών και αστυνομικών οργανώσεων καταδικάζουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα τον Πρόεδρο ως συμπαθούντα του Black Lives Matter και εχθρό της αστυνομίας, η οργή τους έχει να κάνει μόνο με τη διστακτικότητα του Ομπάμα να ταχθεί ψυχή τε και σώματι στο πλευρό τους, όσον αφορά τις δημόσιες δηλώσεις του. Σε θεσμικό επίπεδο, τα χρόνια της έξαρσης της αστυνομικής βίας εις βάρος μαύρων, οι ιθύνοντες φάνηκε να ζουν τη χρυσή τους εποχή.

obamabody1

Εντός κι εκτός συνόρων

Στην πραγματικότητα, η στάση του στο θέμα της ρατσιστικής βίας διαπνέεται από την ευρύτερη κυβερνητική λογική του, την οποία έχει εκθέσει σε πλήθος συνεντεύξεων, όπου αναφέρεται ρητά στην ανάγκη μιας πολιτικής συναινέσεων με την αντιπολίτευση. Μόνο που ξεκινώντας από την εκλογή Μπους το 2000 και περνώντας απ’ τη συγκρότηση του Κόμματος του Τσαγιού, το κόμμα της αντιπολίτευσης με το οποίο επιδιώκεται η «συνάντηση στο μέσο της διαδρομής», έχοντας μετακινηθεί σε πιο ριζοσπαστικές – πολύ συχνά και ακραίες – θέσεις, φαίνεται να καθιστά τις προσπάθειες συνεννόησης άκαρπες. Αυτό τουλάχιστον έδειξε μία πληθώρα περιπτώσεων όπου η χάραξη πολιτικής στάθηκε αδύνατη.

Ίσως βέβαια η γραμμή των συναινέσεων να μην προέκυψε από γούστο. Η πολυπλοκότητα του αμερικάνικου κράτους φάνηκε να περιορίζει δομικά τη δυνατότητα του προοδευτικού Προέδρου να χαράξει τη στρατηγική που θα επιθυμούσε σε οικονομικά και κοινωνικά θέματα. Έχοντας ένα Ανώτατο Δικαστήριο παραδομένο στους συντηρητικούς και ένα Κονγκρέσο που αποδείχθηκε απόρθητο ρεπουμπλικάνικο οχυρό, ο Ομπάμα πέρασε την οκταετία του σε ένα καθεστώς συνεχούς διαπραγμάτευσης. Όχι πάντα με την άλλη πλευρά, καθώς πολύ πριν την κόντρα με τον Μπέρνι Σάντερς για το χρίσμα του 2016, η Χίλαρι Κλίντον είχε διχάσει τους Δημοκρατικούς με την επιθετική κούρσα της απέναντι στον Ομπάμα το 2008 που θα άφηνε έντονα τραυματισμένο το κόμμα, αν δεν έσπευδε ο αντίπαλός της να συμβιβάσει τα πνεύματα, τόσο σε επίπεδο διακηρύξεων τις οποίες μετρίασε αισθητά μετά την εκλογή του, όσο και σε επίπεδο προσώπων για το υπουργικό συμβούλιο. Ως αποτέλεσμα, κατέληξε με μια κυβέρνηση της οποίας δεν είχε τον έλεγχο. Χαρακτηριστικό δείγμα αυτού υπήρξαν οι –ιδιαίτερα δημόσιες– συγκρούσεις με τη Χίλαρι Κλίντον, όταν εκείνη θήτευε στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Πουθενά αλλού δεν εκδηλώθηκε τόσο έντονα αυτή η διαφοροποίηση, όσο στην περίπτωση του χειρισμού της Συρίας. Έχοντας ως πυλώνα της εκλογής του τη χαλάρωση του στρατιωτικού παρεμβατισμού, δεν είναι καθόλου παράλογο που ο Ομπάμα προέκρινε σθεναρά την αποχή των αμερικάνικων στρατιωτικών δυνάμεων από τη Μέση Ανατολή. Ήταν άλλωστε αυτή η εξαγγελία –απόγειο της οποίας υπήρξε η απόσυρση των αμερικάνων στρατιωτών από το Ιράκ, αλλά μόλις για λίγους μήνες– που του χάρισε το Νόμπελ Ειρήνης το 2009, στον ένατο μόλις μήνα της πρώτης του θητείας. Όπως σχολίασε και ο ίδιος κατά την παραλαβή του βραβείου, είναι μάλλον κάπως παράδοξο να απονέμεται στον ηγέτη μιας στρατιωτικής δύναμης που εκείνη τη στιγμή έπαιρνε μέρος σε δύο πολέμους. Η παραδοξότητα αυτή συνέχισε καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του, με εξίσου αντιφατικά δείγματα: η «απεμπλοκή» απ’ τη Συρία, θα έρθει –κόντρα στη βούληση της Κλίντον– με τη χρηματοδότηση της συριακής αντιπολίτευσης μέσω χρημάτων τα οποία ζήτησε προσωπικά απ’ το Κογκρέσο και τα οποία εκτιμάται πως εν πολλοίς κατέληξαν στον εξοπλισμό του Ισλαμικού Κράτους. Αντίστοιχες διαφωνίες με την Κλίντον σημειώθηκαν και στη διαχείριση των βλέψεων της Ρωσίας στην περιοχή, με τον Ομπάμα να τάσσεται υπέρ μίας άμβλυνσης των εντάσεων και την Κλίντον να προκρίνει μία σειρά επιθετικών κινήσεων που σκοπό είχαν την επικύρωση της αμερικάνικης κυριαρχίας. Τέλος, εκτός της Ρωσίας, σημαντικό διπλωματικό επίδικο αποτέλεσαν και οι σχέσεις με την Τουρκία που φάνηκε να έχει ενεργό ανάμιξη ήδη απ’ τις πρώτες μέρες, αλλά και τη Σαουδική Αραβία, η οποία προηγουμένως είχε δωρίσει 10 εκ. δολάρια στο Ίδρυμα Κλίντον με αποτέλεσμα να κερδίζει την υποστήριξη της υπουργού.

Ο καταμερισμός των ευθυνών μεταξύ Ομπάμα και Κλίντον για τις επιμέρους αποφάσεις της αμερικάνικης εξωτερικής πολιτικής είναι μάλλον αχρείαστος εδώ. Το σίγουρο είναι ότι η αμερικάνικη εμπλοκή δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως έφερε ένα θετικό αποτέλεσμα στη συριακή κρίση. Αντίστοιχα, πλήθος στρατιωτικών επεμβάσεων σε μία σειρά χώρες, με χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα τη Λιβύη όπου οι αμερικάνικοι βομβαρδισμοί αναδιατάσσουν άτακτα συνεχώς την τράπουλα, δείχνει ότι παρά τις εξαγγελίες περί του αντιθέτου, η πολεμική μηχανή των ΗΠΑ είναι ακόμα ακμαία και μοιάζει να λειτουργεί σχεδόν στον αυτόματο, άλλο αν όπως διαπιστώνουν ολοένα και περισσότερο οι διεθνείς αναλυτές, ο ρόλος της υπερδύναμης είναι πια περιορισμένος σε σχέση με παλαιότερα. Ο «αντιμιλιταρισμός» του Ομπάμα αποδείχθηκε τελικά ένα κενό γράμμα και η υπαναχώρηση αυτή, αποτέλεσε μία απ’ τις μεγαλύτερες διαψεύσεις που έζησαν οι υποστηρικτές του, ακριβώς δίπλα σ’ αυτή που έζησε ο προοδευτικός κόσμος, όταν διαπίστωσαν ότι το Γκουαντάναμο θα μείνει ανοιχτό και μάλιστα ότι οι καταγγελίες για κακομεταχείριση αιχμαλώτων κάθε άλλο παρά λιγότερες ή πιο ήπιες είναι σε σχέση με την εποχή Μπους.

H δεκαετία του 1990 κυριαρχήθηκε από την ασυδοσία των νικητών του Ψυχρού Πολέμου και ο 21ος αιώνας μπήκε επανακαθορίζοντας τον πόλεμο στην εποχή των «μοναχικών λύκων» και του Patriot Act. Το δόγμα του Χένρι Κίσινγκερ αντικαταστάθηκε από τη στρατιωτική απληστία του Ντόναλντ Ράμσφελντ, ενώ το αποτύπωμα της σύγκρουσης άρχισε να υπάρχει ταυτόχρονα και εντός των συνόρων με τη μορφή των πολιτικών ασφάλειας. Αν οι κυβερνήσεις Μπους έδωσαν στον πόλεμο την κάθετη διχοτόμηση «Ανατολής-Δύσης», ο Ομπάμα έδωσε το πλαίσιο για τις στρατιωτικές επεμβάσεις του μέλλοντος. Μπορεί τα μη-επανδρωμένα αεροσκάφη –περισσότερο γνωστά ως drones– να μην αποτελούν δική του πατέντα, ωστόσο η σχέση τους μαζί του υπήρξε θερμή, στενή και μακράς διαρκείας. Κατά την οκταετία του, σύμφωνα με την έκθεση του Λευκού Οίκου από το καλοκαίρι του 2015, ο απερχόμενος Πρόεδρος πραγματοποίησε δεκαπλάσιες επιθέσεις με drones από τον προκάτοχό του, οι οποίες κόστισαν τη ζωή σε εκατοντάδες αμάχους. Τα μαθηματικά αυτού του μοντέλου τα δίδαξε απ’ την τρίτη μέρα του στην Προεδρία των ΗΠΑ, όπου με δική του εντολή, δύο drones στάλθηκαν στο Πακιστάν. Ο απολογισμός ήταν 11 νεκροί: ένας στόχος και δέκα άμαχοι πολίτες, μεταξύ των οποίων και τέσσερα παιδιά· πληροφορίες που μάλλον διέφυγαν από την επιτροπή που του απένειμε το Νόμπελ λίγους μήνες μετά.

Μαζί με το νέο μοντέλο, ήρθαν και οι νέοι «αντάρτες» του. Η έλευση των drones σήμαινε ότι η αλήθεια για μια στρατιωτική επέμβαση δεν βρισκόταν πια στις μαρτυρίες των επιζώντων του νικητή, αλλά στο ψηφιακό και διοικητικό ίχνος που άφηνε πίσω της. Στην περίπτωση της Τσέλσι Μάνινγκ, πρώην στρατιωτικού που διέρρευσε στο Wikileaks απόρρητα ντοκουμέντα για στρατιωτικές επεμβάσεις των ΗΠΑ, φάνηκε ξεκάθαρα ο εκμηδενισμός της ανοχής απέναντι σ’ όσους υπονομεύουν την κεκλεισμένων των θυρών βιαιότητα του νέου δόγματος. Ως τρανς γυναίκα, η Μάνινγκ εξευτελίστηκε, φυλακίστηκε, βασανίστηκε και προσφάτως εξαφανίστηκε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, ενώ ο αμερικάνος Πρόεδρος αρνείται πεισματικά να συζητήσει την πιθανότητα απονομής προεδρικής χάρης, παρότι δεκάδες χιλιάδες υπογραφών από αμερικάνους πολίτες τον πιέζουν σ’ αυτή την κατεύθυνση. Παρότι φυγάς, αντίστοιχη αντιμετώπιση είχε και ο Τζούλιαν Ασάνζ των Wikileaks που δημοσίευσε το υλικό της Μάνινγκ, για τον οποίον η υπουργός Εξωτερικών του Ομπάμα πρότεινε… βομβαρδισμό με drones.

Ότι ο κόσμος των drones, αλληλοσυμπληρούμενος με τον μηχανισμό επιτήρησης στην Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (NSA) που έφερε στη δημοσιότητα ο Έντουαρντ Σνόουντεν αποτελούν απ’ τον Ομπάμα και μετά επίσημο όργανο διακυβέρνησης, μπορεί να φανεί και απ’ το μέλλον που φρόντισε να τους επιφυλάξει. Με φετινό του διάταγμα, όταν πια η Χίλαρι Κλίντον είχε λάβει το χρίσμα για τις εκλογές του 2016, ο αμερικάνος Πρόεδρος υποχρέωσε τους αρμόδιους να παραδώσουν στον διάδοχό του όλες τις πληροφορίες σχετικά με τα αποτελέσματα των χτυπημάτων με drones, ώστε να αποτιμηθούν επαρκώς οι επιθέσεις κατά μη-επιβεβαιωμένων στόχων. Η δε «απελευθερωμένη» NSA συνεχίζει το έργο της, καταγράφοντας τις κινήσεις ενός υπέρογκου αριθμού προσώπων. Τόσο ο νέος στρατός όσο και η νέα κατασκοπία περνούν τώρα στα χέρια του Ντόναλντ Τραμπ και του κάθε διαδόχου του μαζί με την τεχνογνωσία – τόσο διαχειριστική, όσο και νομικο-πολιτική – για να πετύχουν το μάξιμουμ της αποδοτικότητας.

obamabody2

Άρτος και θεάματα

Ιδιαίτερος υπήρξε και ο ρόλος του Ομπάμα στα οικονομικά ζητήματα. Άλλωστε, απ’ την πρώτη στιγμή της προεδρίας του κλήθηκε να αντιμετωπίσει την κρίση των ενυπόθηκων δανείων και την επακόλουθη κατάρρευση της Λίμαν Μπράδερς. Εν μέρει δικαίως, σε πρόσφατη συνέντευξή του στο NPR, έφτασε να καυχιέται για τις επιλογές του, στις οποίες απέδωσε τη διαφορά με την Ευρώπη, όπου τα μέτρα λιτότητας («τα οποία προκρίνουν οι Ρεπουμπλικάνοι») οδήγησαν σε παρατεταμένη ύφεση και στασιμοπληθωρισμό. Είναι εν μέρει αλήθεια ότι η σχετική ανθεκτικότητα των ΗΠΑ μπορεί να εξηγηθεί από τους ταχείς χειρισμούς στη διάσωση των τραπεζών και τις κεϊνσιανές πολιτικές τόνωσης της ενεργού ζήτησης. Όμως το κεϊνσιανό πακέτο του Ομπάμα δεν ήταν χωρίς προβλήματα. Η εκτίμηση του γνωστού οικονομολόγου Πολ Κρούγκμαν ήταν ότι θα απαιτούνταν το τριπλάσιο του προβλεπόμενου ποσού, προκειμένου να προκληθεί μια ουσιαστική επιδιόρθωση στην πληγείσα οικονομία. Τα 800 δισ. δολάρια που διοχετεύθηκαν τελικά, παρότι πέτυχαν αριθμητικά στο να αναχαιτίσουν τη ραγδαία αυξανόμενη ανεργία, πλήθυναν τις μορφές εκ περιτροπής εργασίας, ενώ απέτυχαν να χτυπήσουν τη μακροχρόνια ανεργία, τα ποσοστά της οποίας αυξήθηκαν εκθετικά. Δίπλα τους, σημειώθηκε και μεγάλο άνοιγμα της μισθολογικής ψαλίδας, ένα θέμα το οποίο ο Ομπάμα φάνηκε πρόθυμος να θίξει δημοσίως ξανά και ξανά τα επόμενα χρόνια, αλλά όχι να προβεί σε κάποιο μέτρο που θα έφερνε τις εισοδηματικές αποστάσεις σε πιο ανεκτά επίπεδα.

Σε άρθρο του στον Economist τον περασμένο μήνα, ο Ομπάμα αποκαλύπτει σχεδόν το σύνολο των βαθιά ριζωμένων πεποιθήσεων που διαπνέουν την πολιτική του σταδιοδρομία. Περίοπτη θέση κατέχει η ακλόνητη πίστη του στον καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς, αρκεί αυτός να υπόκειται σε έναν στοιχειώδη έλεγχο για εργασιακά και περιβαλλοντικά ζητήματα. Ελάχιστα θα μπορούσε να τον κατηγορήσει κανείς ότι ξεστράτισε απ’ αυτές τις αξίες. Η μεταρρύθμιση και επέκταση του συστήματος υγείας, η οποία μάλλον ηγεμονεύει στη λίστα με τις επιτυχίες του, αλλά και η κατανομή των βαρών στο νομοσχέδιο που συνόδευε την «ένεση» των 800 δις., παρότι θεωρήθηκαν σοσιαλιστικής εμπνεύσεως από τους πολέμιους, δεν έφτασαν καν σ’ αυτό που θα πρότεινε ένας ριζοσπαστικός κεϊνσιανός. Οι φοροαπαλλαγές στην επιχειρηματική δραστηριότητα που προέβλεπε το νομοσχέδιο του 2009 και ο εξορθολογισμός του δημοσιονομικού κόστους της περίθαλψης αποτελούν κινήσεις που καθόλου ασύμβατες δεν θα ήταν με κάποιον νεοφιλελεύθερο τρόπο σκέψης – και εν αντιθέσει με μια κοινά διαδεδομένη πεποίθηση, αυτές υπήρξαν οι πυλώνες και των δύο νομοσχεδίων. Όπως και να ‘χει, η πίστη του στην ελεύθερη αγορά έχει εκτεθεί ξανά και ξανά σε δημόσιες τοποθετήσεις του· σε τέτοιο βαθμό που φαίνεται να έχει μεγάλη βάση η εικασία πολλών σχολιαστών, οι οποίοι θεώρησαν ως πρωταρχικό λόγο της επίσκεψης του Ομπάμα στην Αθήνα την υπεράσπιση της ΤΤΙΡ. Ο ίδιος την έχει αγκαλιάσει θερμά εξαρχής, ενώ η εκλογή του Τραμπ ως διαδόχου του, ενδέχεται και να την απειλεί, σύμφωνα με δηλώσεις του.

Όχι ότι ακόμα και τα μικρά στοιχεία κοινωνικής πολιτικής δεν αποτελούν βήματα προς μια επιδιόρθωση της αμερικάνικης οικονομίας και μιας κάποιας κοινωνικής δικαιοσύνης, απλά ο δρασκελισμός τους είναι μάλλον μικρότερος απ’ αυτόν που χρειάζεται. Ο παραγωγικός ιστός των ΗΠΑ φαίνεται να επιζητεί πια μια καθολική αναδιάρθρωση του συστήματος και όχι μικρές σημειακές παρεμβάσεις. Όπως εύστοχα τονίζει και ο Μάικ Ντέιβις, ο απερχόμενος πρόεδρος πέρασε οχτώ χρόνια αποφεύγοντας τις συγκρούσεις για τις περιφερειακές χρεοκοπίες, τη φτώχεια, τις δοκιμασίες των παλαιότερων προαστίων και την υπερφυλάκιση: «Έσωσε την General Motors, αλλά όχι και το Ντιτρόιτ».

Εκεί που κέρδισε σίγουρα τις εντυπώσεις ο Ομπάμα ήταν στο επικοινωνιακό πεδίο. Ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε επιτελείο της επικοινωνίας που να έθεσε με τόσο μεγάλη μαεστρία στην υπηρεσία ενός πολιτικού προσώπου σχεδόν το σύνολο των διαθέσιμων μέσων, ισορροπώντας τα τέλεια μεταξύ τους. Το ζεύγος Ομπάμα, με πληθώρα εμφανίσεων και τοποθετήσεων σε talk show, ενημερωτικές εκπομπές, κωμικές σειρές ή και ανεξάρτητα, νεανικά, «προκλητικά» μέσα όπως το Vice, πάντα παρέα με λογαριασμούς Twitter οι οποίοι χαρακτηρίζονταν από αριστοτεχνική διαχείριση, κατάφεραν να αναχθούν σε προεδρικό ζεύγος της διπλανής πόρτας. Εκτός αυτού, ο λόγος υπέρ των καταπιεζόμενων κοινωνικών ομάδων ήταν κυρίαρχος στο στόμα του Προεδρικού ζεύγους, ενώ διανθίστηκε και από ρηξικέλευθες πράξεις της θητείας του Ομπάμα, όπως η αναγνώριση του δικαιώματος των ομόφυλων ζευγαριών σε γάμο, σύμφωνα με τη σχετική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή η αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων με την Κούβα.

Απ’ αυτή την προσηνή, σεμνή και φιλική φιγούρα, φτάνουμε τώρα στο σημείο που οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγκάζονται να αποχαιρετίσουν τον -ακόμα τρομερά δημοφιλή- Μπαράκ Ομπάμα για χάρη ενός από τους δύο πιο αντιπαθείς υποψήφιους για την Προεδρία των ΗΠΑ στην ιστορία του θεσμού. Οχτώ ταραχώδη χρόνια μετά τη νίκη του στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, ο κενυάτικης καταγωγής Ομπάμα -πρώτος Πρόεδρος που δεν γεννήθηκε στην αμερικάνικη ενδοχώρα- δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί άγιος. Αφήνοντας τον Λευκό Οίκο στα χέρια μιας προβληματικής πολιτικής φράξιας και περιοδεύοντας στην Ευρώπη εν είδει κύκνειου άσματος, δίνει πια την ευκαιρία για μια ψύχραιμη αποτίμηση που δεν θα ρίχνει το βάρος ούτε σε ήσσονος σημασίας υποχωρήσεις και λάθη που έκανε ως ηγέτης μιας τέτοιας υπερδύναμης, ούτε στην επικοινωνιακή του γοητεία, η οποία μοιάζει τόσο ισχυρή ώστε να συσκοτίζει ακόμα και αιματηρά γεγονότα της διπλής θητείας του.


ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

Γιάννης - Ορέστης Παπαδημητρίου

[email protected]


Ο Γιάννης - Ορέστης Παπαδημητρίου είναι δημοσιογράφος και μαθηματικός. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1987....