unfollow-sindromes
unfollow-sindromes
UNFOLLOW newsletter
FREE - WEB ONLY - ΠΟΛΙΤΙΣΜΕΝΑ

Η Athens Review of Books, η φιλολογία
και η αόρατη, δολοπλόκα, ομοφυλόφιλη απειλή

& | 13/4/2017

Από την –κλασική στο ρεπερτόριο της Athens Review of Books– στρατηγική της στοχοποίησης, που στο προσωπικό επίπεδο κυμαίνεται από το στρεψόδικο ως το ολωσδιόλου χαμερπές, ξεπερνώντας ακόμη κι αυτό το όριο της δολοφονίας χαρακτήρα, προκύπτει κάτι που υπερβαίνει απολύτως το προσωπικό: μια ρητορική βαθιά αντιδραστική κι αυταρχική, στόχος της οποίας δεν είναι κανένα «άνοιγμα» του Αρχείου Καβάφη αλλά ο έλεγχός του. Και ταυτόχρονα –κι αυτό είναι το πιο σημαντικό– η αστυνόμευση του ευρύτερου δημόσιου λόγου: το κρίσιμο εδώ είναι ποιος και πώς μιλάει για τον «εθνικό ποιητή» και ποιος και πώς επικαλείται την «επιστήμη» στο πεδίο της δημοσιότητας. Αυτά είναι τα ζητήματα πάνω στα οποία διεκδικούν να εξουσιάσουν –μαζί με το αρχείο του ποιητή– ο εκδότης της ARB και οι φιλόλογοι που συμμετέχουν στην εκστρατεία της.


Ούτε ένα ούτε δύο, αλλά εφτά κείμενα αφιερώνει η βιβλιοφιλική επιθεώρηση Athens Review of Books στο τελευταίο τεύχος της για μια υπόθεση που φαίνεται εν πρώτοις ειδικού ενδιαφέροντος: τα ζητήματα πρόσβασης στο Αρχείο Καβάφη, ιδιοκτησίας πλέον του Ιδρύματος Ωνάση.[i] Η πολεμική της για το θέμα έχει, ωστόσο, αρχίσει νωρίτερα, σε προηγούμενα τεύχη, αρχικά με ένα[ii] κι ύστερα με άλλα τρία άρθρα.[iii] Προ ημερών, στον χορό μπήκε και η έτερη βιβλιοφιλική επιθεώρηση, η Books Journal, που έχει προκύψει από τη διάσπαση της ARB, η οποία δημοσίευσε στην ιστοσελίδα της ένα άρθρο που συνοψίζει και υποστηρίζει την εν λόγω εκστρατεία.[iv]

Ο παροξυσμικός ζήλος με τον οποίο επιδίδεται η ARB και ειδικά ο εκδότης της, Μανώλης Βασιλάκης, στις πολεμικές της είναι γνωστός. Σε παλαιότερη περίπτωση, λόγου χάρη, στη μακρά σύγκρουσή της με τον νυν υπουργό Εξωτερικών του ΣΥΡΙΖΑ –ο οποίος της είχε κάνει αγωγή για ψευδές και συκοφαντικό δημοσίευμα και την είχε κερδίσει–,[v] εντόπισε πως ο Νίκος Κοτζιάς σε βιβλίο του είχε περιλάβει την ουδόλως πρωτότυπη επισήμανση της πολιτικής διάστασης των Βραβείων Νόμπελ, με αφορμή τη βράβευση του πολωνού ποιητή Τσέσλαβ Μίλος. Η ARB, λοιπόν, προέβη στη νηφάλια και συγκρατημένη κριτική αντίδραση να τον αποκαλέσει «υβριστή του Τσέσλαβ Μίλος», να μεταφράσει το εν λόγω χωρίο σε έντεκα γλώσσες[vi] και να στείλει κείμενά του όπου γης, αλλά και στον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ, διότι –υποθέτουμε– τυγχάνει Πολωνός.

Είναι δύσκολο, θα πίστευε κανείς, να ξεπεραστεί μια πολεμική που αρθρώνεται ταυτοχρόνως στα αγγλικά, στα πολωνικά, στα γαλλικά, στα γερμανικά, στα ισπανικά, στα καταλανικά, στα πορτογαλικά, στα ρουμανικά, στα σερβικά, στα τσεχικά και στα εβραϊκά! Μολοντούτο, στην περίπτωση της τρέχουσας εκστρατείας της ARB για το Αρχείο Καβάφη, είναι τέτοια η στρατηγική του λόγου που επιστρατεύεται και διαπλέκονται τόσο συναρπαστικά οι διάφορες ατζέντες, ώστε οφείλουμε να παραδεχτούμε το μέγεθος του επιτεύγματος. Δεν ειρωνευόμαστε: είναι τόσο περίτεχνη η ύφανση των διαφορετικής τάξης επιχειρημάτων και επιδιώξεων, ώστε ακόμη και ο άρτια ενημερωμένος αναγνώστης κλονίζεται· ο δε μη ενημερωμένος, δεν έχει καμία ελπίδα.

Το ότι η εκστρατεία της ARB είναι ένα στρατηγικό επίτευγμα, ωστόσο, δεν σημαίνει πως δεν είναι ταυτόχρονα ειδεχθής. Η στρατηγική της εκστρατείας, η οποία απαντάται σε όλα τα κείμενα του τρέχοντος αφιερώματος αλλά και στα παλαιότερα, καθώς και σε αυτό της Books Journal, είναι να προσωποποιήσει τη διαμάχη με το Ίδρυμα Ωνάση στον επιστημονικό σύμβουλο του Αρχείου Καβάφη, αναπληρωτή καθηγητή νεοελληνικών σπουδών και σπουδών φύλου στην Οξφόρδη, Δημήτρη Παπανικολάου.[vii] Τον κατηγορούν ως εξουσιαστή του αρχείου και ως έχοντα προνομιακή πρόσβαση σ’ αυτό, την οποία δεν αξίζει διότι είναι κακός επιστήμονας, και εντέλει ως μια αόρατη απειλή που επιχειρεί να διαφθείρει τις καβαφικές σπουδές και να βλάψει τη θέση του Καβάφη στην Ιστορία. Από αυτή την –κλασική στο ρεπερτόριο της ARB– στρατηγική της στοχοποίησης, που στο προσωπικό επίπεδο κυμαίνεται από το στρεψόδικο ως το ολωσδιόλου χαμερπές, ξεπερνώντας ακόμη κι αυτό το όριο της δολοφονίας χαρακτήρα, προκύπτει κάτι που υπερβαίνει απολύτως το προσωπικό: μια ρητορική βαθιά αντιδραστική κι αυταρχική, στόχος της οποίας δεν είναι κανένα «άνοιγμα» του Αρχείου Καβάφη αλλά ο έλεγχός του. Και ταυτόχρονα –κι αυτό είναι το πιο σημαντικό– η αστυνόμευση του ευρύτερου δημόσιου λόγου: το κρίσιμο εδώ είναι ποιος και πώς μιλάει για τον «εθνικό ποιητή» και ποιος και πώς επικαλείται την «επιστήμη» στο πεδίο της δημοσιότητας. Αυτά είναι τα ζητήματα πάνω στα οποία διεκδικούν να εξουσιάσουν –μαζί με το αρχείο του ποιητή– ο εκδότης της ARB και οι φιλόλογοι που συμμετέχουν στην εκστρατεία της.

Η συζήτηση περί «ανοίγματος» του αρχείου, στο πλαίσιο της στρατηγικής του εκδότη της ARB και των φιλολόγων που φιλοξενεί, είναι απολύτως προσχηματική. Αυτό τεκμαίρεται πρωτίστως από το γεγονός ότι στις σελίδες επί σελίδων της εκστρατείας τους αποσιωπάται ολοκληρωτικά πως το Αρχείο Καβάφη ήταν ολόκλειστο και πως μόνο ορισμένοι από τους εν λόγω φιλολόγους είχαν πρόσβαση – ως απόστολοι του αρχικού κτήτορα του αρχείου, του Γ. Π. Σαββίδη, από τους κληρονόμους του οποίου το αγόρασε το Ίδρυμα Ωνάση. Γι’ αυτό τον λόγο επανέρχεται στα κείμενα των συμμετεχόντων στην εκστρατεία της ARB η σύγκριση με τον Γ. Π. Σαββίδη, ο οποίος, αν και ιδιώτης, ήξερε πώς να διαχειριστεί το αρχείο, καθότι προφανώς (προφανώς: για αυτούς) ήταν καλός φιλόλογος. Αυτό που αποκρύπτεται εδώ, φυσικά, είναι πως η χρηστότητα αυτής της διαχείρισης δεν είναι πανθομολογούμενη. Ο πανεπιστημιακός –και επίσης απόβλητος από τους φιλολόγους– Δημήτρης Δημηρούλης, λόγου χάρη, γράφει:

«[…] ο Σαββίδης δεν χρησιμοποίησε το αρχείο μόνο φιλολογικά αλλά και πολιτικά. Άσκησε εξουσία, επέβαλε κανόνες και όρισε έναν στενό κύκλο δικών του ανθρώπων με αποκλειστικά προνόμια πρόσβασης στο αρχείο. Ορισμένοι, όχι άδικα, του προσάπτουν ότι δεν έθεσε το αρχείο στη διάθεση κάθε μελετητή και ότι καθυστέρησε υπερβολικά στην έκδοση του υπάρχοντος υλικού. Το τελευταίο είναι και το πιο σημαντικό: δυσκολεύεται να κατανοήσει κανείς πώς η εργασία για την έκδοση του αρχείου υπήρξε τόσο αποσπασματική, ελλιπής και αντιφατική. Η πιο σημαντική ωστόσο παρέμβαση του Σαββίδη ήταν ότι επηρέασε με άμεσο ή έμμεσο τρόπο την ερμηνεία του αρχείου καθορίζοντας σε μεγάλο βαθμό ποιες θα ήταν οι αποδεκτές τάσεις στον χώρο των καβαφικών σπουδών σε σχέση πάντα με το υπάρχον αρχειακό υλικό»[viii].

Ω του θαύματος! Η ίδια κατηγορία που αντιμετωπίζει το Ίδρυμα Ωνάση και ο Δ. Παπανικολάου, από την ανάποδη! Η πραγματικότητα, βέβαια, είναι πως αν το Αρχείο Καβάφη είναι κάτι σήμερα, είναι πιο ανοιχτό από ό,τι στο παρελθόν – τουλάχιστον σύμφωνα με όσα εξηγεί σε αναλυτικό του κείμενο στην ιστοσελίδα του αρχείου ο καθ’ ύλην αρμόδιος, Πρόδρομος Τσιαβός, υπεύθυνος ψηφιακής ανάπτυξης στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.

Ο λόγος που το πρόσχημα του «ανοίγματος» του αρχείου καθίσταται εν πρώτοις πειστικό είναι ότι το Ίδρυμα προσπάθησε να ανακτήσει τον έλεγχο της επένδυσής του από τους μέχρι πρότινος προνομιακούς ερευνητές του αρχείου με ιδιαιτέρως άκομψο τρόπο: τους έστειλε επιστολές και εξώδικα, όπου μεταξύ άλλων ζητεί να μην δημοσιεύσουν τις εργασίες τους, έστω και αν τις είχαν ξεκινήσει προτού το ίδιο αποκτήσει το αρχείο, αν δεν ζητήσουν και δεν λάβουν την άδειά του. Είναι προφανές πως όλο αυτό είναι εξόχως προβληματικό. Αλλά δεν οδηγεί επουδενί στο αυτονόητο συμπέρασμα πως οι φιλόλογοι που θίγονται επιθυμούν οτιδήποτε άλλο πέραν της διατήρησης της προνομιακής πρόσβασής τους σε ένα υλικό, στο οποίο θεωρούν ότι έχουν κάποιου είδους κληρονομικό δικαίωμα.

Για να μην παρεξηγηθούμε, όπως ασφαλώς θα γνωρίζει ο τακτικός αναγνώστης, είμαστε εναντίον της ιδιωτικοποίησης πάμπολλων πραγμάτων: της υγείας, της παιδείας, της ενέργειας, των μεταφορών – και, βεβαίως, των ποιητικών αρχείων. Από αυτή την παραδοχή, όμως, δεν είμαστε διατεθειμένοι να περάσουμε αυτονόητα στην αποσιώπηση του γεγονότος ότι εδώ πρόκειται για ένα όχι μόνο ανέκαθεν ιδιωτικό αλλά και μέχρι πρότινος επτασφράγιστο περιουσιακό στοιχείο. Το σχήμα φιλόλογοι-που-θέλουν-το-άνοιγμα εναντίον ιδρύματος-που-θέλει-το-κλείσιμο είναι ψευδές. Όλοι ιδιώτες είναι, στο κάτω-κάτω, σ’ αυτή τη συζήτηση. Και πουθενά δεν μιλούν για δημόσια αγαθά και τέτοια πράγματα…

Αντιθέτως, σε σχέση με το ζήτημα διαχείρισης του αρχείου, μακράν του να οικοδομείται ένα ουσιαστικό σχήμα ιδιωτικού/δημοσίου –πάνω στο οποίο, αν μη τι άλλο, θα είχε ενδιαφέρον να αναπτυχθούν απόψεις–, το δίπολο που κυριαρχεί είναι: χρηστή διαχείριση από τους ειδικούς σαββιδικούς φιλολόγους/διαφθορά του αρχείου και του ποιητή από τον μη επαρκή επιστημονικό σύμβουλο. Το δίπολο αυτό εδραιώνεται με διάφορους τρόπους:

to-arxeio-kabafi-stin-29i-diethni-ekthesi-bibliou-mosxasΗ Ρενάτα Λαβανίνι, λόγου χάρη, πλέκει το εγκώμιο του Γ. Π. Σαββίδη που «έσωσε» το αρχείο, γνωρίζοντας πως θα το έχει για ένα μεταβατικό στάδιο, ενώ θα το έδινε ακολούθως σε κάποιο σοβαρό ίδρυμα, όπως το Μουσείο Μπενάκη. Ξεχνάει, όμως, να προσθέσει ότι αυτό το μεταβατικό στάδιο δεν τελείωσε ποτέ, καθώς ο Σαββίδης δεν έσωσε απλώς το αρχείο αλλά το αξιοποίησε κιόλας. Ξεχνάει, επίσης, πως συνήθως θεμιτό είναι τα εγκώμια στους ειδικούς να μην πλέκονται από τους άμεσα εμπλεκόμενους: μία από τις ειδικούς που ήξερε να επιλέγει ο Σαββίδης είναι και η ίδια.

Άλλοι από τους συμμετέχοντες στην εκστρατεία της ARB, πάλι, χρησιμοποιούν κατά κύριο λόγο το βιβλίο του Δ. Παπανικολάου για τον Καβάφη, Σαν κι εμένα καμωμένοι,[ix] για να εδραιώσουν το δίπολο επαρκείς ειδικοί/ανεπαρκής διαφθορέας. Η Νταϊάνα Χάας, ας πούμε, τιμώντας την αμφιλεγόμενη παράδοση που θέλει να μιλούμε μέσα από τους στίχους των ποιητών, φτάνει στο συμπέρασμα πως πρόκειται –όχι μόνο το βιβλίο αλλά η προσέγγιση του Παπανικολάου συνολικά– για κάτι το «κεραμεούν και φαύλον».[x] Είναι οξύμωρο, βέβαια, να ασκείται φιλολογική κριτική σε ένα έργο, το οποίο η ασκούσα την κριτική παραδέχεται ότι δεν εντάσσεται στο πλαίσιο που η ίδια θέτει. Η κανονικοποίηση, έτσι, προκύπτει καταστατικά και δεν μπορεί να θεμελιωθεί παρά μόνο να αξιωθεί: η δική μας φιλολογική προσέγγιση είναι η προσήκουσα, άρα κατ’ ανάγκη η αντίπαλη είναι λανθασμένη.

Εντούτοις, η Χάας θα μείνει πιο πολύ απ’ όλους τους συναδέλφους της εντός των ορίων του επιστημονικού λόγου. Για το δε πολεμικό και υποτιμητικό της ύφος δύσκολα μπορεί κανείς να την κατηγορήσει: καθότι έχει διαβάσει λάθος την αγγλόφωνη επιστολή του Ιδρύματος Ωνάση, τρομοκρατείται πως θα περάσει «αξιολόγηση» από τον Παπανικολάου! Διότι το επιχείρημα περί επίθεσης κατά της επιστημονικής έρευνας οικοδομείται σε μεγάλο βαθμό σε μια φράση της επιστολής του ιδρύματος, την οποία η Νταϊάνα Χάας αποδίδει ως «αξία», μ’ άλλα λόγια καταλαβαίνει ότι το ίδρυμα θα κρίνει τα αιτήματα των φιλολόγων για άδεια πρόσβασης στο αρχείο βάσει της «αξίας» των επιστημονικών εργασιών τους. Οποία ειρωνία, ασφαλώς, να στηλιτεύεις άλλους για υποτίμηση της κοπιώδους και σχολαστικής φιλολογικής μελέτης και να την πατάς επειδή δεν έλεγξες την ορθή απόδοση ενός αγγλόγλωσσου όρου: το «on its merits», που χρησιμοποιεί το Ίδρυμα Ωνάση, είναι σύνηθες στο νομικό ιδιόλεκτο και δεν σημαίνει, βέβαια, πως δήθεν κάποιος θα κρίνει την επιστημονική αξία της μελέτης της κ. Χάας, αλλά πως το αίτημα για άδεια θα κριθεί «επί της ουσίας» κατ’ αντίθεση προς τις «δικονομικές» του πλευρές.[xi]

Το λάθος ακολουθεί η λαθροχειρία: η κ. Χάας αυτό που διαβάζει στην επιστολή του ιδρύματος ως αξίωση αξιολόγησης το ταυτίζει με τον επιστημονικό σύμβουλο, κι έτσι κατορθώνει να αισθάνεται σε όλη της την κριτική πραγμάτευση του βιβλίου του την ηθική αποστροφή μιας μυημένης στο αρχείο που αναγκάζεται να ασχοληθεί με τα μεταμοντέρνα τερτίπια κάποιου που τυχαία βρίσκεται εκεί.

Παρόμοια, ο Μιχάλης Πιερής αποκαλεί τον Δ. Παπανικολάου «[ε]πίδοξο εξουσιαστή των καβαφικών σπουδών (και της ομάδας δικτύου που προσπαθεί να συστήσει με τους διάφορους Cavafistas)»[xii] ως εάν ο χώρος της φιλολογίας να είναι η παιδική χαρά των αμέριμνων ερευνητών. Αυτή η άγνοια τόσο της πραγματικότητας (θα είχε ενδιαφέρον να εξετάσει κανείς τις σχέσεις στο πεδίο των συμμετεχόντων στην διαμάχη) όσο και της κοινωνιολογίας του πεδίου χρησιμοποιείται εδώ ρητορικά για να ενισχύσει το επίχρισμα αντικειμενικότητας που θα γίνει το όπλο κατά του συν τοις άλλοις δολοπλόκου Παπανικολάου.

Καταρχάς πρόκειται εδώ για παραφουσκωμένη παραχάραξη: ένα δίκτυο Cavafistas είναι ένα δίκτυο μη ειδικών που εμπνέονται από τον Καβάφη. Τι εξουσία θα μπορύσαν να ασκήσουν αυτοί στις στενές καβαφικές σπουδές; Επίσης, ο μόνος φιλόλογος που παραθέτει ο Μ. Πιερής είναι ο Τάκης Καγιαλής, λόγω μιας συμμετοχής του σε δράση της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών. Δύο φιλόλογοι προφανώς και δεν συγκροτούν κλίκα. Επιπροσθέτως, αποκρύβεται εδώ η παρουσία του ίδιου του Μ. Πιερή ως ανήκοντα μέχρι πρόσφατα σε μια ομάδα εξουσιαστικού ελέγχου του αρχείου. Ως μέλος της επιστημονικής ομάδας που είχε συγκροτήσει ο Γ. Π. Σαββίδης, ο Μ. Πιερής είναι ένας παλιός ευνοημένος που εδώ βλέπει τα προνόμιά του να χάνονται. Δεν είναι ο Δ. Παπανικολάου που με υπόγειες διεργασίες κατέκτησε το αρχείο, είναι η φύση του πεδίου των νεοελληνικών σπουδών τέτοια που ευνοεί διαμάχες λόγω σπάνης – πόσα αρχεία νεοελλήνων πια; Ο τρόπος που αυτή η καταστατική διαπάλη αποκρύβεται και ψυχολογικοποιείται, ως εάν ο Παπανικολάου να είναι μολιερικός ήρωας, ρητορικά είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος για να τρωθεί η εικόνα του, πραγματιστικά όμως καταλήγει σε επανάληψη ταυτολογιών για το ανάρμοστο του να βρίσκεται εκεί.

Ο δολοπλόκος, βέβαια, όπως προειδοποιούσε ο Μανόλης Βασιλάκης στο προηγούμενο editorial που είχε αφιερώσει στο θέμα του Αρχείου Καβάφη, αρθρογραφεί και σε κακόφημα περιοδικά:

«Είναι αδιανόητο για ένα ίδρυμα σαν το Ε.Λ.Ι.Α. να στείλει εξώδικα σε ερευνητές: αντίθετα, τους ενθαρρύνει και τους εξυπηρετεί ποικιλοτρόπως. Έχει ανθρώπους που γνωρίζουν αρχειονομία, που γνωρίζουν πώς συντηρούνται και πώς ταξινομούνται τα αρχεία, που συντάσσουν και δημοσιεύουν τον κατάλογό τους, που είναι πρόθυμοι να εξυπηρετήσουν όλους τους ενδιαφερόμενους, όλες τις ημέρες και ώρες λειτουργίας, και όχι «κατόπιν συνεννοήσεως». Χωρίς «Project Manager»! Ούτε «επιστημονικούς συμβούλους» που δεν απαντούν όταν επισημαίνεται ότι οι ίδιοι κάνουν προνομιακή χρήση του αρχείου και οι οποίοι θορυβούν με δημοσιογραφικά σκύβαλα στο περ. Unfollow (τα έχουν άραγε υπ’ όψιν τους οι ιδιοκτήτες του Αρχείου;)».[xiii]

Η σύγκριση του Ε.Λ.Ι.Α. με το Αρχείο Καβάφη και τον επιστημονικό του σύμβολο είναι βέβαια αστήρικτη: προφανώς και στο Αρχείο Καβάφη δουλεύουν και ειδικοί επί των πρακτικών ζητημάτων της διαχείρισης ενός αρχείου. Η μετάβαση της ρητορικής απο τον σύμβουλο-ως-δυνάστη στον σύμβουλο-ως-υπαλληλάκο-του-αρχείου είναι δηλωτική της προσπάθειας δημιουργίας ενός κακού επιστήμονα-σκιάχτρου. Κι εδώ έγκειται η χρησιμότητα της διεύρυνσης της επίθεσης από το κακό βιβλίο στο κακό περιοδικό: ο σύμβουλος δεν απειλεί μόνο την εσωτερική αρτιότητα του αρχείου αλλά το απειλεί και δημόσια, διότι αρθρογραφεί εκεί όπου απαγορεύεται. Η δε παρένθεση είναι ακριβώς ένας χαφιεδίστικος ψίθυρος: («το γνωρίζουν οι ιδιοκτήτες πως ο σύμβουλος θορυβεί;»).

Την ίδια βρωμερή τακτική ακολουθεί ο εκδότης της ARB και στο πρόσφατό του editorial. Ξεκινά από το βιβλίο που τεκμηριώνει το δίπολο επαρκείς ειδικοί/ανεπαρκής διαφθορέας:

«Ασφαλώς το Ίδρυμα πρέπει να εκτίμησε το επιστημονικό του έργο για να τον επιλέξει (αγνοώντας κορυφαίους επιστήμονες του χώρου) και να τον προσλάβει. Και σε αυτό το πεδίο όμως η συγκομιδή είναι φτωχή και αναξιόπιστη, από όσο μπορούμε να κρίνουμε. Γιατί το μόνο ‘έργο’ που έχει να προβάλει, ο κατά άλλα υπερδραστήριος στον δημόσιο χώρο σύμβουλος, είναι το φλύαρο και προχειρογραμμένο μανιφέστο του με τίτλο ‘Σαν κ’ εμένα καμωμένοι’. Ο ομοφυλόφιλος Καβάφης και η ποιητική της σεξουαλικότητας».[xiv]

Και διευρύνει και πάλι την επίθεση στο πεδίο της αρθρογραφίας:

«Είναι πολύ εύκολο, και πολύ της μόδας, να μιλά κανείς για εξουσία, καταπίεση, βιοπολιτική και τα παρόμοια ή να συγκρίνει τη ‘ζωντάνια’ των βανδαλισμένων και φρικαλέα κομματικοποιημένων ελληνικών πανεπιστημίων με τα βαρετά γρασίδια της Οξφόρδης [σ.σ.: αναφέρεται σε άρθρο στην Αυγή] ή, με αφορμή ένα καταδικαστέο επεισόδιο, να κραδαίνει τη ρομφαία μιας πολιτικής ορθότητας που διεκδικεί τη ‘διαφορετικότητα’ ενοχοποιώντας λυσσαλέα την ‘κανονικότητα’ και μοιράζοντας ανέξοδα ηθικοπλαστικές συμβουλές για την ανατροφή των ελληνοπαίδων [σ.σ.: αναφέρεται σε άρθρο στο UNFOLLOW] ή να αντιτίθεται στην εξουσία με τις πιο εξουσιαστικές σοφιστείες.

»Ο ‘επιστημονικός σύμβουλος’ θορυβεί και με τον τρόπο αυτό προσελκύει τις μύγες της επικαιρότητας. Ίσως θεωρεί ότι, συμμετέχοντας στο χουγιαχτό, θα επιβάλλει τη σιωπή, εκφοβίζοντας όσους διαφωνούν. Πάντα βέβαια είναι δύσκολο και κοστίζει να μην είσαι mainstream. Εμείς όμως στην ΑRΒ έχουμε πληρώσει πολύ ακριβά την ελευθερία της γνώμης μας για να σιωπούμε μπροστά σε τέτοια δείγματα αλαζονικού θράσους. Γι’ αυτό είναι δύσκολο να κατανοήσουμε πώς το Αρχείο Καβάφη έπεσε σε τέτοια χέρια και πώς ένα Ίδρυμα που θέλει να θεωρείται σοβαρό παρέχει αφθόνως τη θεσμική και την οικονομική του υποστήριξη. Η συγκεκριμένη επιλογή του δεν είναι απλά λανθασμένη, είναι σκανδαλώδης και, τέλος πάντων, καθόλου δεν δικαιώνει τον χαρακτηρισμό του ως ‘Κοινωφελούς’».[xv]

Αυτό το «θορυβεί» που επανέρχεται είναι ενδεικτικό: υποθέτει εδώ ο εκδότης πως το Ίδρυμα Ωνάση, όπως κάθε ίδρυμα τέτοιου είδους, είναι ευαίσθητο σε ό,τι εκφεύγει της μέσης οδού και μπορεί να θεωρηθεί προκλητικό ή αμφιλεγόμενο στη δημοσιότητα, και χαφιεδίζει ανενδοίαστα: δείτε, δείτε τι έχει γράψει, εσείς δεν το ξέρετε αλλά η γειτονιά μιλάει, διώξτε τον…

Θα επανέλθουμε στα περί «διαφορετικότητας» κι «ενοχοποίησης της κανονικότητας», ας κάνουμε όμως πρώτα ένα βήμα πίσω, διότι αξίζει να δούμε λίγο το αρχικό άρθρο της εκστρατείας, αυτό του Ευριπίδη Γαραντούδη που τιτλοφορείται «Το αρχείο Καβάφη ως φετίχ εξουσίας;». Εδώ ο Ε. Γαραντούδης ξεκινά στήνοντας το σκηνικό, γράφοντας για το αφιέρωμα του περιοδικού Κονδυλοφόρος στον Γ. Π. Σαββίδη, που χαρακτηρίζεται «σύμφωνα με τη γνώμη της μεγάλης πλειονότητας των σύγχρονων νεοελληνιστών, […] σημαντικός μελετητής και ο εγκυρότερος φιλολογικός εκδότης του έργου του Αλεξανδρινού και, επίσης, ο επιστήμονας που συνέβαλε καίρια στην πρόοδο της μελέτης του καβαφικού έργου ως κάτοχος και διαχειριστής του αρχείου Καβάφη από το 1963 μέχρι τον θάνατό του.» Εντύπωση προκαλεί εδώ η χρήση του τύπου «μεγάλη πλειονότητα». Δεν πρόκειται περί απλής, οριακής, αλλά περί κρατούσας. Γιατί όμως δεν αναφέρονται, έστω και σε μια ταπεινή υποσημείωση, αυτοί και αυτές της μικρής μειονότητας που δεν συμφωνούν μ’ αυτήν την αντίληψη; Γιατί ο φιλόλογος, ο ακόλουθος των τεκμηρίων, αρκείται εδώ σε μια προδήλως ρητορική φράση, εκβιάζοντας μια πανθομολογούμενη συναίνεση; Απάντηση εμείς δεν έχουμε, ίσως όμως την δίνει ο ίδιος ο αρθρογράφος, όταν στη συνέχεια εστιάζει στην δημοσίευση των καταλόγων του αρχείου από τον Μιχάλη Πιερή:

«Με τη δημοσίευση των δύο καταλόγων του αρχείου η φιλολογική κοινότητα πληροφορείται πώς αυτό, ύστερα από μια σειρά συστηματικών ενεργειών που έγιναν από τον Σαββίδη και δύο συνεργάτες του, τον Μιχάλη Πιερή και την Νταϊάνα Χάας, και κράτησαν περίπου 20 χρόνια (φωτογράφηση των κειμενικών τεκμηρίων σε 4.300 φωτογραφίες και φωτοτύπηση άλλων 350 τεκμηρίων, καταλογογράφηση σε χειρόγραφα δελτία όπου και συνοπτική περιγραφή των τεκμηρίων, δακτυλογράφηση των δελτίων, ειδολογική ανακατάταξη των δελτίων με τη δημιουργία επτά μεγάλων ειδολογικών κατηγοριών και δύο παραρτημάτων) συγκροτήθηκε, και μέσω της σύνταξης των καταλόγων του, σε λειτουργική πηγή μελέτης του καβαφικού έργου. Η σύνταξη των καταλόγων, λοιπόν, ολοκληρώθηκε το 1983, ενώ το 1985 ο Σαββίδης ανήγγειλε την έκδοσή τους σε βιβλίο, η έκδοση του οποίου επρόκειτο να γίνει από τις εκδόσεις ‘Ερμής’ ή τις εκδόσεις του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού, αλλά δεν έγινε ποτέ, λόγω του αντιεμπορικού περιεχομένου του βιβλίου, όπως μπορούμε να εικάσουμε. Γιατί, όμως, δεν δημοσιεύτηκαν παλαιότερα οι κατάλογοι στον Μολυβδοκονδυλοπελεκητή ή τον Κονδυλοφόρο είναι ένα εύλογο ερώτημα. Με τη σημερινή, πάντως, δημοσίευσή τους οι κατάλογοι του αρχείου Καβάφη προσφέρουν στους ειδικούς αναγνώστες τους τη δυνατότητα να αναρωτηθούν μέχρι ποιου σημείου και με ποιους τρόπους το αρχείο μπορεί να αξιοποιηθεί για την περαιτέρω μελέτη ή και πιθανή (συμπληρωματική) έκδοση μερών του καβαφικού έργου. Υπό τον όρο, εννοείται, οι ειδικοί αναγνώστες να έχουν πρόσβαση στο υλικό του αρχείου. Κι εδώ αρχίζει η περιγραφή του προβλήματος της σημερινής κατάστασής του».[xvi]

Παραθέσαμε όλο το απόσπασμα γιατί είναι δηλωτικό της υλικής συνθήκης της διαμάχης: ο Μιχάλης Πιερής και η Νταϊάνα Χάας κατονομάζονται εδώ ως έχοντες προνομιακή σχέση με την προηγούμενη κατάσταση του αρχείου. Δεν είναι δύο τυχαίοι επιστήμονες που δούλευαν στο πλαίσιο μιας σαββίδειας ανοιχτότητας: είναι δύο συνεργάτες του Σαββίδη. Δύο συνεργάτες που είχαν προνομιακή πρόσβαση στο αρχείο επί είκοσι έτη, το φωτογράφιζαν, ετοίμαζαν τους καταλόγους του κ.λπ. Κάτι που δεν γίνεται σαφές στα μετέπειτα άρθρα, όπου αυτή η οργανική σχέση τους καλύπτεται πίσω από την επιστημονική ιδιότητα. Προφανώς και οι συνεργάτες του Σαββίδη θα αποτελούν μέλος της «μεγάλης πλειονότητας» που τον αναγνωρίζει ως κορυφαίο!

Τι άλλο κομίζει αυτό το απόσπασμα; Την παραδοχή ότι ενώ κατάλογοι του αρχείου υπήρχαν έτοιμοι επί είκοσι και πλέον έτη, η έκδοσή τους καθυστέρησε. Και ο Ε. Γαραντούδης δικαιολογεί αυτή την καθυστέρηση στη βάση μιας έλλειψης εμπορικότητας. Κι ενώ αυτό είναι αποδεκτό για τον φιλόλογο της έγνοιας του αρχείου, το ότι το Ίδρυμα Ωνάση αργεί τέσσερα χρόνια είναι έγκλημα καθοσιώσεως.

Ακολούθως, ο Ε. Γαραντούδης θα αισθανθεί την ανάγκη να εντάξει εαυτόν στη «μεγάλη πλειονότητα», γράφοντας ρητά για τον Γ. Π. Σαββίδη:

«Η γνώμη μου είναι ότι, αν ιστορικοποιήσουμε τους όρους εξέτασης του Γ. Π. Σαββίδη ως μελετητή και συντονιστή της έρευνας του αρχείου Καβάφη, αν γνωρίζουμε δηλαδή τις αντικειμενικές συνθήκες της νεοελληνικής φιλολογίας από το 1963 και εξής, και αν παράλληλα κρίνουμε εκ του αποτελέσματος την εργασία που έκαναν ο Σαββίδης και οι δεκάδες άλλοι καβαφιστές που είχαν πρόσβαση στο αρχείο, καταλήγουμε στη νηφάλια διαπίστωση ότι ο Καβάφης πράγματι ευτύχησε που το αρχείο του ήταν στα χέρια του Σαββίδη και όχι κάποιου ιδρύματος ή κάποιου άλλου ή άλλων ιδιωτών».[xvii]

Το πρόβλημα, τουτέστιν, δεν είναι κάποια δημόσια κατοχή του αρχείου, αλλά η αποτελεσματικότητα. Τώρα που ο «άριστος» Γ. Π. Σαββίδης δεν είναι εδώ, ε, ας δούμε κάποιο καλό ίδρυμα. Η επαναφορά του φαντάσματος του Σαββίδη επιτελεί την τρομοκράτηση όποιου νέου επιστημονικού συμβούλου του αρχείου τολμήσει να σταθεί δίπλα. Αν το αρχείο είναι ένα φετίχ εξουσίας, όπως παρακάτω θα πει ο Γαραντούδης, τότε ο Σαββίδης θα αποτελέσει το τοτέμ των καβαφικών σπουδων, ένα αποτροπαϊκό σύμβολο για κάθε μικρό και ταπεινό Cavafista.

Πάμε όμως και στο φετίχ εξουσίας: Ο Ε. Γαραντούδης, αφού παραστατικά περιγράψει τι μπορούμε πια να περιμένουμε από ενα αρχείο που έχει δουλευτεί ήδη αρκετά (και μιλά για τις εκδόσεις της Χάας και της Λαβανίνι που επίκεινται, αυτές για τις οποίες αντιδικούν με το ίδρυμα, υποθέτει κανείς), καταλήγει:

«Αν λοιπόν η επιστημονική αξία του αρχείου, ύστερα από τη φιλολογική δουλειά που ήδη έγινε, είναι αμελητέα, ποια είναι, λοιπόν, η διατηρημένη σήμερα υψηλή αξία του αρχείου Καβάφη; Σίγουρα η συμβολική, δηλαδή εκείνη η αξία που επιτρέπει στον κάτοχό του να το χρησιμοποιεί ως μέσο δημόσιας προβολής και άσκησης εξουσίας, ακριβώς επειδή κατέχει τα υλικά του τεκμήρια. Γι’ αυτό και δεν έχει άδικο ο Δημηρούλης όταν γράφει ότι «ένα αρχείο δεν είναι απλώς μια συλλογή εγγράφων αλλά ένα πεδίο στο οποίο, και ανάλογα με την κεκτημένη αξία του αναπτύσσονται σχέσεις, επιβάλλονται ιεραρχίες και ασκούνται εξουσίες» (ό.π.). Έτσι και για το Ίδρυμα Ωνάση, το αρχείο Καβάφη (υποψιάζομαι βάσιμα ότι) λειτούργησε και λειτουργεί ως μέσο ανάπτυξης σχέσεων, επιβολής ιεραρχιών και άσκησης εξουσίας. Και ακριβώς επειδή η ουσιαστική, δηλαδή η επιστημονική, αξία του αρχείου Καβάφη έχει μειωθεί σημαντικά, χάρη στην εργασία που έκαναν ο Γ. Π. Σαββίδης και οι αποκαλούμενοι ως ‘μαθητές’ του, έχω τη φριχτή υποψία ότι όρος της διατήρησης της υψηλής συμβολικής αξίας του αρχείου Καβάφη είναι αυτό να παραμείνει, για καιρό ακόμα, κλειστό. Εύχομαι, βεβαίως, να διαψευσθώ».[xviii]

Εδώ, οι αντιφάσεις χτυπάνε κόκκινο: αν όντως το αρχείο έχει ουσιαστικα δώσει –ή επίκειται να δώσει– ό,τι ήταν να δώσει, τότε προς τι η πρεμούρα των επιτιθέμενων φιλολόγων να στείλουν στο πυρ το εξώτερον αυτόν τον κακό οξφορδιανό που αλιεύει από αυτό μυστικά πράγματα για να γράφει βιβλία; Τι δηλαδή μπόρεσε και βρήκε ο Παπανικολάου που είκοσι χρόνια δεν βρήκαν ολόκληρη Χάας κι ολόκληρος Πιερής και Λαβανίνι σε 4000 τεκμήρια; Κι αν το αρχείο έχει δώσει –ή επίκειται να δώσει– ό,τι έχει να δώσει, τότε μήπως η επιλογή του ιδρύματος να στραφεί σε δράσεις και όχι σε στενή φιλολογική αξιοποίηση είναι ορθή; Και τότε μήπως και οι κληρονόμοι έκαναν καλά και το πούλησαν εκεί, μιας και ο σκοπός είχε επιτευχθεί και τώρα μένει μόνο η προώθηση; Και αφού ο Ε. Γαραντούδης ρητώς επισημαίνει ότι το ζήτημα ειναι πλεόν το αρχείο ως εξουσία, αυτοί που το διεκδικούν, από όποιο μετερίζι ο καθένας, τον ίδιο σκοπό δεν έχουν κατά νου; Αν από το αρχείο φύγει ο Δ. Παπανικολάου ως σύμβουλος –ο οποίος και υποτίθεται πως το καταχράται επιστημονικά, σε ένα απίστευτο κυκλικό επιχείρημα: ο Παπανικολάου δεν φιλολογεί αλλά την ίδια στιγμή, αν τον αφήσουμε, θα φιλολογεί αποκλειστικώς– και πάει, φερ΄ ειπείν, ο Γαραντούδης, τι θα έχει επί της ουσίας αλλάξει στο βασικό: στο ότι το αρχείο έχει δώσει ό,τι ήταν να δώσει;

Θα έχει αλλάξει αυτό που ο Ε. Γαραντούδης αφήνει να διαφανεί στο τελευταίο του κείμενο στην ARB: το αρχείο Καβάφη δεν θα είναι ο Δ. Παπανικολάου. Η επιλογή του διακείμενου «Το αρχείο Καβάφη είμαι εγώ», που υποτίθεται ότι το κραυγάζει ο Δημήτρης Παπανικολάου, καθώς χρησιμοποιεί στοιχεία από αυτό (τα οποία, φυσικά, αν πιστέψουμε τον πρώτο Γαραντούδη είναι γνωστά σε όλους) είναι απολύτως ενδεικτική της διαπάλης για την εξουσία στο πεδίο της φιλολογίας. Δεν είναι το αρχείο, είναι ο τίτλος της ενασχόλησης μαζί του. Και είναι αυτό σημαντικό γιατί προσφέρει τη νομιμοποίηση του τρόπου ενασχόλησης. Αν ο «ξένος» Παπανικολάου είναι επικίνδυνος, είναι όχι για κάποια μύχια πρόσβαση στο αρχείο, αλλά επειδή λόγω της ιδιότητας του επιστημονικού συμβούλου θα νομιμοποιήσει τρόπους ανάγνωσης του –και πρόσβασης στον– Καβάφη που αμφισβητούν τις επιστημονικές και εξουσιαστικές στο πεδίο της φιλολογίας βεβαιότητες.

Κι εδώ είναι, βεβαίως, ο πυρήνας του ζητήματος: το θέμα δεν είναι η διεκδίκηση κάποιων φιλολόγων ευνοημένων από τον Γ. Π. Σαββίδη να μην έχουν τροχονόμο στις δημοσιεύσεις τους το Ίδρυμα Ωνάση. Στο κάτω κάτω, ένα ιδιωτικό αρχείο αγοράζεται από ένα ιδιωτικό ίδρυμα, οι ισορροπίες στον χώρο των ερευνητών ανατρέπονται, μια διαμάχη ξεσπά… Εμείς ούτε φιλόλογοι είμαστε ούτε ειδικοί επί των αρχείων ούτε νομικοί – και το ποια είναι στις τεχνικές της λεπτομέρειες η ορθή διαδικασία χειρισμού ενός τέτοιου αρχείου είναι λογικό να αποτελεί ένα δύσκολο ερώτημα, γεμάτο –νομικές, φιλολογικές και κυρίως ιδεολογικές– παγίδες. Το θέμα όμως δεν είναι αυτό. Ίσως το γεγονός ότι ο Δ. Παπανικολάου έχει επισημάνει –στο εν λόγω βιβλίο του, μεταξύ άλλων– την αλήθεια για την πρότερη κατάσταση του Αρχείου Καβάφη να αποτελεί την θρυαλλίδα της επίθεσης των φιλολόγων της ARB εναντίον του. Αλλά πρόκειται, στην πραγματικότητα, για κάτι πολύ πιο βαθύ: το γεγονός ότι ο Δ. Παπανικολάου, μαζί με άλλους νεότερους φιλολόγους που εμπνέονται από περισσότερο θεωρητικές αφετηρίες, έχουν μεγαλύτερη απόβλεψη στο κοινωνικό και όχι μόνο στο στενά ακαδημαϊκό πεδίο, είναι ο λόγος της βιαιότητας της επίθεσης. Βιαιότητας που, σε κάποια κείμενα της εκστρατείας, αγγίζει μια ένταση που τρομάζει αλλά –κυρίως– συγκροτείται από επιχειρήματα και διατυπώσεις απίστευτα αντιδραστικά.

Γράφει, λόγου χάρη, ο Νάσος Βαγενάς:

«Η ανάγνωση αυτή [του Παπανικολάου] είναι, βέβαια, μία από τις ποικίλες αναγνώσεις της καβαφικής ποίησης στην προσπάθεια να εξηγηθεί η ιδιοτυπία της έκφρασής της και η, ως εξ αυτής, δυναμικότητα του ποιητικού λόγου του Καβάφη. Όμως εκείνο που τη διαφοροποιεί από όλες τις άλλες αναγνώσεις είναι η έλλειψη νηφαλιότητας, το πάθος με το οποίο ο συγγραφέας του βιβλίου διατυπώνει τις διαπιστώσεις του· ένα πάθος που είναι φανερό ότι απορρέει από την απολύτως προσωπική εμπλοκή του με την εκδήλωση της ομοφυλοφιλής επιθυμίας στην καβαφική ποίηση και την ψευδαίσθηση ότι η καβαφική ερωτική επιθυμία ταυτίζεται με την δική του».[xix]

Για να συνεχίσει την ad hominem, ψυχολογικοποιημένη ερμηνεία του[xx] λίγο παρακάτω:

«Δεν χρειάζεται να έχει κανείς ιδιαίτερες ψυχαναλυτικές γνώσεις για να σκεφτεί ότι το πάθος της επιθετικότητας και η κατηγορία της ομοφοβίας, την οποία ο ‘Σύμβουλος’ του Ιδρύματος εκτοξεύει αθρόως και συλλήβδην προς όσους τυχαίνει να διαφωνούν με τις καβαφικές απόψεις του, δεν υπαγορεύονται τόσο από την επιθυμία αντίστασης στις σεξουαλικές προκαταλήψεις (οι οποίες στις μέρες μας έχουν εμφανώς υποχωρήσει), όσο από αισθήματα ενοχής για τον δικό του ερωτικό προσανατολισμό – αισθήματα που αποτελούν την άλλη όψη της ομοφοβίας».[xxi]

Έτσι, το σχήμα ολοκληρώνεται: αφού γίνει αντικείμενο ειρωνείας, ο επιστημονικός σύμβουλος κατηγορείται ότι δεν είναι τόσο φιλόλογος, ότι κομίζει αναλυτικά εργαλεία ενός επικίνδυνου μεταμοντερνισμού για να στενέψει την μελέτη του Καβάφη και να τον κάμει ομοφυλόφιλο – όλα μέρος μιας συνωμοσίας να πουστέψουνε τον εθνικό ποιητή μας. Μεθοδικά, με κάθε μία παρέμβαση των ειδικών, ο μη ειδικός γίνεται πρώτα μη επαρκής, ύστερα δολοπλόκος, ύστερα μη νηφάλιος που δεν ελέγχει τον εαυτό του· και τελικά ένας κίδβηλος αντιστασιακός κι ένας ένοχος πούστης.

Σ’ αυτό το σχήμα πρέπει να προσθέσει κανείς και την μομφή του αόρατου, η οποία επανέρχεται τακτικά στην εκστρατεία την ARB: ο σύμβουλος του ιδρύματος (το «σύμβουλος» πάντα σε εισαγωγικά) είναι αόρατος. Γιατί; Επειδή δεν σπεύδει να απολογηθεί για όσα τον εγκαλεί η εκστρατεία του Μανώλη Βασιλάκη. Όμως, μ’ αυτό το σκεπτικό, η μομφή επαναλαμβάνεται ad nauseam: αόρατος, αόρατος, αόρατος.

Δολοπλόκος, κίβδηλος, ένοχος, αόρατος πούστης.

Που απειλεί το αρχείο μας.

Τι έχει κάνει το τόσο φοβερό αυτός ο δολοπλόκος, κίβδηλος, ένοχος, αόρατος –μπαίνει κανείς στον πειρασμό να πει: Εβραίος– πούστης; Τολμά να θεωρεί πως η ομοφυλοφιλία του Καβάφη δεν είναι απλώς ένα χαρακτηριστικό του ή ένα θέμα του, όπως όλοι πια σήμερα παραδέχονται, αλλά το κατεξοχήν κλειδί για να διαβάσει κανείς την ποίησή του.[xxii]

Είναι λοιπόν ολοκάθαρο πως δεν είναι κάποια φιλολογική αρτιότητα το ζητούμενο της εκστρατείας. Ούτε είναι το διακύβευμα εδώ μια διαφωνία για τη διαχείριση ή για τις καθυστερήσεις. Αντιθέτως, το διακύβευμα είναι ο εξοβελισμός αυτών των κακών ιδεών, τις οποίες η «μικρή μειονότητα» που δεν τρέμει στη μνήμη του Γ. Π. Σαββίδη κομίζει στον χώρο. Πρόκειται εδώ για άλλο ένα επεισόδιο της διαμάχης της φιλολογίας με τις πολιτισμικές σπουδές, με στόχο που εντός των τειχών της ακαδημίας είναι η ηγεμόνευση και εκτός η κατήχηση επί των σωστών τρόπων. Αλλά πρόκειται και για μια απόπειρα αστυνόμευσης της ευρύτερης δημοσιότητας, μέσα από έναν έλεγχο του ποιος δικαιούται να επικαλείται επιστημονικό κύρος για να μιλάει για τα θέματα του Έθνους.

Δεν είναι λοιπόν καμία ανοικτότητα που διεκδικείται εδώ. Είναι μια αλυσίδα περιφράξεων που απαιτεί την αναγνώριση της: η καθ’ ημάς φιλολογια διατρανώνει τις απαιτήσεις ισχύος της και επιχειρεί να κανονικοποιήσει τη δημόσια πρόσληψη του ποιητή, επιστρατεύοντας τις σκοτεινότερες τακτικές αποκλεισμού και δαιμονοποίησης του αποκείμενου άλλου. Αν ενοχλεί κάτι στην τρέχουσα μοίρα του Αρχείου Καβάφη, δεν έχει να κάνει απλώς με το αρχείο αλλά κυρίως με τον Καβάφη: ότι δεν βρίσκεται πίσω στην ντουλάπα, πλάι στα ρετάλια της φιλολογικής επάρκειας.

___

[i] Βλ. «Ο Καβάφης σε Ίδρυμα — Η ποινικοποίηση της έρευνας, η ποίηση ως αξιοθέατο και ο αόρατος «επιστημονικός σύμβουλος» (ας φρόντιζαν)», editorial, Athens Review of Books, τεύχος 83 (Απρίλιος 2017)· Νταϊάνα Χάας (Diana Haas), «Για την αρμόζουσα παίδευσι κι αγωγή: σχόλια με αφορμή μια αλληλογραφία», στο ίδιο, σ. 29-36· Μιχάλης Πιερής, «Οι Cavafistas, το Αρχείο Καβάφη του Ιδρύματος Ωνάση, και η γενεαλογία μιας αθλιότητας», στο ίδιο, σ. 37-41· Ρενάτα Λαβανίνι (Renata Lavagnini), «Μερικές σκέψεις για το Aρχείο Καβάφη», στο ίδιο, σ. 42-43· Νάσος Βαγενάς, «Η διπλή κακοτυχία ενός Αρχείου», στο ίδιο, σ. 44-45· Διάλογος (Χ. Λ. Καράογλου): «Κατάχρηση εξουσίας;», στο ίδιο, σ. 46-47· Ευριπίδης Γαραντούδης, «Δημήτρης Παπανικολάου: Το Αρχείο Καβάφη είμαι εγώ», στο ίδιο, σ. 48.
[ii] Βλ. Ευριπίδης Γαραντούδης, «Το αρχείο Καβάφη ως φετίχ εξουσίας», Athens Review of Books, τεύχος 78 (Νοέμβριος 2016).
[iii] Βλ. «Το Αρχείο Καβάφη και η δημόσια σφαίρα», editorial, Athens Review of Books, τεύχος 81 (Φεβρουάριος 2017)· Χ. Λ. Καράογλου, «Διάψευση των ισχυρισμών», στο ίδιο· Ευριπίδης Γαραντούδης, «Το αρχείο Καβάφη ως μοχλός άσκησης εξουσίας», στο ίδιο.
[iv] Βλ. Απόστολος Δοξιάδης, «Οι νάνοι και το Αρχείο Καβάφη»Books Journal, 8.4.2017. Το άρθρο του Δοξιάδη ἐχει αξία μόνο για τον τρόπο που τα βιβλιοφιλικά περιοδικά εγγράφουν παρόμοιες διαμαχες στη δημοσιότητα: ως μη ειδικός, αισθάνεται την ανάγκη να τοποθετηθεί αμέσως επειδή ένα έντυπο που εμπιστεύεται το έγραψε. Ο ορισμός, δηλαδή, της μισής και βάλε εν Ελλάδι δημοσιολογίας.
[v] Στην περίπτωση αυτή, είχαμε υποστηρίξει την ARB, διατρανώνοντας την αντίθεσή μας στους τυποκτόνους νόμους. Είχαμε, εντούτοις, επισημάνει τις «ιδιοτυπίες» της εκστρατείας της κατά του Νίκου Κοτζιά. Βλ. Αυγουστίνος Ζενάκος, «Ο Νίκος Κοτζιάς, το Athens Review of Books και ο καημένος Τρικούπης».
[vi] Βλ. «Νίκος Κοτζιάς: Ο υβριστής του Τσέσλαβ Μίλος»Athens Review of Books, 11.2.2015.
[vii] Ο Δημήτρης Παπανικολάου δεν μας είναι άγνωστος. Είναι συνεργάτης μας, μέλος της συντακτικής ομάδας του UNFOLLOW και συνυπεύθυνος των πολιτιστικών σελίδων για ένα διάστημα. Δεν κρύβουμε αυτή τη σχέση και τη μεροληψία – απεναντίας πιστεύουμε ότι στα ζητήματα περί δημοσιότητας που ανακύπτουν εξαιτίας της εκστρατείας της ARB, η μεροληψία αυτή είναι όχι κάποιο τάχα ελάττωμα αλλά αναγκαία συνθήκη: προφανώς και διαφωνούμε με τις στρατηγικές του εκδότη της ARB και των εκλεκτών φιλολόγων του, άρα είμαστε συνεργάτες με τον Δ. Παπανικολάου. Παρεμπιπτόντως, να σημείωσουμε εδώ ότι στο παρελθόν ο Δ. Παπανικολάου έχει συνεργαστεί με την ARB και ήταν μέλος της πρώτης εκδοτικής ομάδας της Books Journal, στο οποίο, άλλωστε, πρωτοδημοσιεύτηκε σε αρχική μορφή η εισαγωγή του εν λόγω βιβλίου του.
[viii] Βλ. Δημήτρης Δημηρούλης, «Αρχείο Καβάφη: η ώρα της απόφασης», Αυγή, 22.02.2015.
[ix] Βλ. Δημήτρης Παπανικολάου, «Σαν κι εμένα καμωμένοι»: Ο ομοφυλόφιλος Καβάφης και η ποιητική της σεξουαλικότητας, Πατάκης, Αθήνα, 2014.
[x] Χάας, ό.π., σ. 35
[xi] Βλ. ενδεικτικά το σχετικό λήμμα στο Free Dictionary. Στο ίδιο λάθος της Χάας ακολουθεί στομφωδώς και ο Καράογλου, βλ. «Κατάχρηση εξουσίας;», ό.π., σ. 47.
[xii] Πιερής, ό.π., σ. 40
[xiii] ARB, «Το αρχείο Καβάφη και η δημόσια σφαίρα», ό.π.
[xiv] ARB, «Ο Καβάφης σε ίδρυμα», ό.π.
[xv] ό.π.
[xvi] Γαραντούδης, «Το αρχείο Καβάφη ως φετίχ εξουσίας», ό.π.
[xvii] ό.π.
[xviii] ό.π.
[xix] Βαγενάς, ό.π., σ. 45.
[xx] Η απέχθεια του ομότιμου καθηγητή του ΕΚΠΑ για το ζήτημα του φύλου και την πολιτική ορθότητα είναι εκπεφρασμένη και στην εν γένει αρθρογραφία του στον Τύπο. Τόσο που μπαίνει κανείς στον πειρασμό να πει πως δεν προκαλεί ο ειδικός φιλολογικός διάλογος την απέχθεια αλλά η απέχθεια τον ειδικό φιλολογικό διάλογο. Αρθρογραφώντας στο Βήμα, λόγου χάρη, για το ζήτημα της αλλαγής της διατύπωσης στα δημόσια έγγραφα, ώστε να αποφεύγεται η έμφυλη μεροληψία, ο Ν. Βαγενάς θα ειρωνευτεί: «‘Το φύλο είναι πάντα ένα πράττειν’ λέει ‘η πρωθιέρεια της queer theory’ Τζούντιθ Μπάτλερ, η πρόσφατη – εναρκτήρια – διάλεξη της οποίας προκάλεσε ρίγη ενθουσιασμού στον ιεροφάντη της προοδευτικής διανόησης καθηγητή Κώστα Δουζίνα, εμπνευστή της σειράς των επαναστατικών διαλέξεων που διεξάγονται στο αλωθέν – πάλαι ποτέ άντρο της συντήρησης – Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, προπύργιο ήδη της πλέον ανατρεπτικής σκέψης. Διότι το γεγονός ότι η κοινωνική επανάσταση την οποία, ως αντιπολίτευση, ανήγγελλε η παρούσα κυβέρνηση δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί, δεν σημαίνει ότι είναι ανέφικτη σε τομείς που δεν άπτονται των οικονομικών ζητημάτων. […] Για να γίνω σαφέστερος: Ο σχεδιασμός τον οποίο η κυβέρνηση προωθεί προς υλοποίηση ως προς την ορθή γλωσσική αναφορά των φύλων στα δημόσια έγγραφα, αντιφάσκει με το superμεταμοντέρνο όραμα της queer theory (‘μιας από τις μεγαλύτερες επιστημολογικές τομές της εποχής μας’), το οποίο προβάλλει διά των think tank της. Και τούτο γιατί, ενώ η Γενική Γραμματεία Ισότητας των φύλων (Γ.Γ.Ι.Φ.) αναγνωρίζει την ύπαρξη δύο μόνο έμφυλων προσδιορισμών, η εν λόγω θεωρία έχει διαπιστώσει ότι οι προσδιορισμοί αυτοί είναι, μέχρι στιγμής, πενήντα έξι». Βλ. Νάσος Βαγενάς, «Το φύλο, η ταυτότητα και η Γραμματική», Το Βήμα, 29.05.2016. Η αποδόμηση της Μπάτλερ, βέβαια, δια της δημόσιας διοίκησης στην Ελλάδα, είναι κρίμα να χάνεται σε μια επιφυλλίδα και να πηγαίνει τόση δόξα χαμένη. Από την άλλη, ούτε η περίπτωση Μπάτλερ ούτε η περίπτωση Παπανικολάου είναι ασυνήθιστες, καθότι ο Ν. Βαγενάς το ‘χει να μπλέκει σε «γκιόστρες» με αφιλολόγητους μεταμοντέρνους. Βλ. τις διαμάχες του με τον Βασίλη Λαμπρόπουλο και τον Δημήτρη Δημηρούλη: «Νεολληνικές σπουδές της Αμερικής», «Επαρχιωτισμός της κριτικής», «Criticus gloriosus», στο Νάσος Βαγενάς, Γκιόστρα. Κείμενα κριτικής διαμάχης, Μικρή Άρκτος, Αθήνα, 2012, σσ. 291-296, 297-300, 303-353 αντίστοιχα. Το σχήμα και εδώ είναι το ίδιο: ένας υποτιθέμενος διεθνισμός των τρεχουσών φιλολογικών εξελίξεων έρχεται να επιβάλει την εξουσιαστική αμάθειά του απέναντι στους ήπιους, φυσιοδίφες φιλολόγους μας. Η οξύτητα της πολεμικής και εδώ -οξύτητα που φυσικά διακρίνει και την άλλη πλευρά- δηλοί το πόσο ταυτοτικό ζήτημα είναι το επίδικο: μιλάμε για μια κόντρα φιλολογικών Παραδειγμάτων.
[xxi] Βαγενάς, σ. 45.
[xxii] Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον το πώς επανέρχεται συνεχώς ως αντιπαράδειγμα στον Παπανικολάου ο Ντάνιελ Μέντελσον και θεωρείται κάποιου είδος τεκμήριο το ότι αν και γκέι ο ίδιος, θέλει «ειδικούς» στο αρχείο. Βολεύει προφανώς το ότι ένας από τους άλλους –γιατί ως άλλος τίθεται σ’ αυτή τη ρητορική ο γκέι- συμφωνεί με μας ότι το λείψανο του αρχείου πρέπει να κατέχεται από τους αυθεντικούς πιστούς. Στον Βαγενά («Η διπλή κακοτυχία ενός αρχείου», ό.π.), η επίκληση του Μέντελσον ακολουθεί τη λογική «δεν είμαι ομοφοβικός, έχω και γκέι φίλους» για να συνδέσει την έμφυλη επιθυμία με την επιστημονική πειθαρχία – με όρους συμμόρφωσης της πρώτης στη δεύτερη.


ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

Αυγουστίνος Ζενάκος

[email protected]


Ο Αυγουστίνος Ζενάκος εργάστηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα» από το 2000 ως το 2010. Συνεργάστηκε με διάφορα ...

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

Χρήστος Νάτσης


Ο Χρήστος Νάτσης είναι υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Στο UNFO...