unfollow-sindromes
FREE - ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ - UNFOLLOW 44 - ΑΡΘΡΑ - ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ

Η ζωή στη νέα αποικία: Η τρομερή υποταγή και η πονηρή υποτέλεια

| Τεύχος Αύγουστος 2015

Τον τελευταίο καιρό μεγιστοποιείται –και σε συμβολικό επίπεδο– η αποικιοκρατική συνθήκη. Μαθαίνουμε, σιγά σιγά, να θεωρούμε φυσική μια αποικιοκρατική λογική που ορίζει τον δημόσιο βίο μας. Μήπως, όμως, υπάρχει μια τακτική, βγαλμένη από την ήττα και την απελπισία, που αποδέχεται τους κανόνες, αλλά διαρκώς υπονομεύοντάς τους, διαφωνώντας μ’ αυτούς, ψάχνοντας ανοίγματα, νέες συλλογικότητες και τη στιγμή της αντίστασης;


Tη βραδιά της ψήφισης του νομοσχεδίου με τα προαπαιτούμενα του τελευταίου μνημονίου, ο βουλευτής Γιώργος Αμυράς βρήκε κάτι να πει. Διαφορετικό. Κρατώντας το 1000 σελίδων νέο μνημόνιο στα χέρια του κι αντιδιαστέλλοντάς το με ένα μικρότατο στικάκι ηλεκτρονικής μνήμης, ο Αμυράς μίλησε οργισμένος για το κακό που έκανε στο περιβάλλον τόσο χαρτομάνι από την εκτύπωση μνημονίων. Για να τυπωθεί σε τόσα αντίτυπα το μνημόνιο και να περιφέρεται έτσι εντός της αιθούσης του βουλευτηρίου, έπρεπε, εξήγησε, να θυσιαστούν 25 έλατα, 324 τόνοι νερού, και 47 κιλοβατώρες ηλεκτρικού. Αν κάνεις λάβει υπ’ όψιν του τη στιγμή που γίνεται αυτή η συζήτηση, την ένταση της βραδιάς, το συνολικό διακύβευμα, το πρώτο που του έρχεται να πει για τον Αμυρά είναι «… κι αυτός χτενίζεται». Κι ας μην είναι και τόσο politically correct στην προκειμένη περίπτωση η φράση.

Κι όμως, αν το καλοσκεφτείς, η φωτογραφία του Αμυρά, στόνα χέρι το στικάκι, στ’ άλλο το μνημόνιο-γκουμούτσα, είναι ίσως η πιο εύγλωττη πολιτική στιγμή των τελευταίων εβδομάδων. Θέμα πλέον όχι περιεχομένου αλλά φορμάτ, το νεομνημόνιο είναι εδώ, και η μόνη διαφοροποίηση είναι το πώς κανείς το ακουμπάει. Είτε στικάκι για τους εξελιγμένους, είτε εκτύπωση για όσους δεν δικαιούνται να λένε δεν μου άνοιγε το attachment και δεν πρόσεξα λεπτομέρειες.

Το νέο μνημόνιο. Ούτε αποτέλεσμα πολιτικών ζυμώσεων, ούτε λεπτομερής και καλοδουλεμένη χάραξη πολιτικής, έστω και υφεσιακής. Αλλά ένα συμβολικό γράμμα γύρω από το οποίο πρέπει πλέον να τοποθετούνται οι πάντες, ή, καλύτερα, με βάση τη συνάφειά του, με το οποίο πρέπει πια να γεωγραφείται το καινούριο πολιτικοοικονοικοκοινωνικό σκηνικό της χώρας. Θυμίζει κάτι όλο αυτό.

Amyras stikaki

Δημήτρης Μεσσίνης / SOOC

Ένα από τα εντυπωσιακότερα χαρακτηριστικά των αποικιών του 19ου και του 20ού αιώνα, μας λένε οι μελετητές, ήταν η μεγάλη τους γραφειοκρατία, η χαρτογραφική παραγωγή υλικού διακυβέρνησης και η αρχειακή τους οργάνωση. Το πιο ενδιαφέρον, μάλιστα, ήταν ότι οι κανονισμοί, οι διαταγές, τα πλάνα και οι ειδικές νομοθεσίες, που στέλνονταν διαρκώς από το κέντρο, δεν ακολουθούνταν ποτέ στην αποικία κατά γράμμα. Φαίνεται, αντίθετα, ότι ο ρόλος των τόσο λεπτομερών κανονισμών ήταν να νομιμοποιούν τα στελέχη της αποικιακής διοίκησης, ώστε να μπορούν να τους παραβαίνουν (εξασκώντας μεγαλύτερη βία, απαιτώντας περισσότερα έσοδα κτλ.). Ο ρόλος της βασικής αυτής αντίφασης (υπερπαραγωγή κενών διαταγών) ήταν να παρουσιάσει μια αποικιακή δύναμη «εκλογικευτική» και «διαφωτιστική», κι έτσι να νομιμοποιήσει όλες τις άλλες αντιφάσεις στις οποίες στηριζόταν η αποικιοκρατία. Όπου ο δυτικός αποικιοκράτης και εμφανιζόταν ως στοργικός πατέρας, και έπραττε ως δυνάστης. Και ως ιεραπόστολος, και ως υποδουλωτής. Και ως διαφωτιστής, και ως βαθιά ρατσιστής, και ως δημοκράτης και ως δικτάτορας. Και ως εκμοντερνιστής, και ως αυτός ακριβώς που καθιστούσε αδύνατη κάθε πιθανότητα τοπικής νεωτερικότητας.

Αν κανείς αναλογιστεί αυτό το παρελθόν, καταλαβαίνει λίγο καλύτερα το ρόλο του νέου ελληνικού μνημονίου, μιας σύμβασης που για πρώτη φορά τόσο πολύ παραδέχεται ακόμα και η ίδια ότι αποκλείεται, στις λεπτομέρειές της, να υλοποιηθεί κατά γράμμα. Η ουσία της έγκειται ακριβώς σε αυτό της το χαρακτηριστικό· δεν την ενδιαφέρει αν θα την παραβούν, αλλά το πώς θα λειτουργήσει ως το συμβολικό κέντρο που θα εγγυάται το οξύμωρο μιας νεοαποικίας.

Το να πει κανείς ότι τα μνημόνια όλο και περισσότερο επεκτείνουν και επιτείνουν μια διαχείριση αποικιακού τύπου, δεν είναι νομίζω πια μια συζήτηση που θα μπορούσε να εγείρει σοβαρές αντιδράσεις. Είναι προφανές ότι, στη βάση των «προγραμμάτων διάσωσης», η Ελλάδα γίνεται όλο και περισσότερο ένα οικονομικό αλλά και πολιτικό προτεκτοράτο, τα κέντρα εξουσίας της μεταφέρονται εκτός της χώρας, ο πληθυσμός της αντιμετωπίζεται ως ένα σύνολο προς ειδική μεταχείριση, με βασικά δικαιώματά του σε αναστολή, και τις συγκεκριμένες διαδικασίες που ορίζουν την κοινωνία στην οποία κατ’ όνομα συμμετέχει (από τις συλλογικές συμβάσεις και τις εργασιακές διαπραγματεύσεις ως το δικαίωμα στην υγεία ή τη λαϊκή ετυμηγορία) να βρίσκονται σε καθεστώς εξαίρεσης. Τα γράφω όλα μαζεμένα και εν περιλήψει γιατί αυτό που με ενδιαφέρει εδώ είναι κάτι άλλο: πόσο, ταυτόχρονα, τον τελευταίο καιρό μεγιστοποιείται και σε συμβολικό επίπεδο η αποικιοκρατική συνθήκη.

Όπως λοιπόν ξανατυπώνονται νέα πολυσέλιδα μνημόνια που τοποθετούνται πάνω στα έδρανα του κοινοβουλίου για να ψηφιστούν εντός εξαώρου (μεγιστοποιώντας έτσι τη συμβολική συνθήκη ενός κειμένου που απλώς κυρώνεται, ούτε διαβάζεται, ούτε συζητιέται), έτσι ξανάρχεται και η τρόικα. Ως τρόικα. Οι εκπρόσωποί της πρέπει, ακούμε, να εγκατασταθούν στο κέντρο της πόλης, με αυξημένη ασφάλεια, αλλά και άμεση πρόσβαση στο κέντρο λήψης των αποφάσεων και σε όλα τα γρανάζια της κυβερνητικής μηχανής. Η Ελλάδα παρουσιάζεται, ξανά, ως ασθενής που της χορηγείται φάρμακο, αλλά και ως παιδί που πρέπει να μάθει. Οι δανειστές ως δάσκαλοι που πρέπει να είναι αυστηροί, αλλά και ως αγαθοεργοί σωτήρες. Ιεραπόστολοι. Καλοσυνάτοι μεταρρυθμιστές. Φιλάνθρωποι οργανωτές του νοικοκυρέματος ενός πληθυσμού που δεν μπορεί να βάλει τα του οίκου του σε τάξη. Εκπαιδευτές μιας ελίτ που θα μπορεί, επιτέλους, να είναι αποδοτική, καθώς θα συνεννοείται καλύτερα μαζί τους. Κι είναι δύσκολο σε όλα αυτά να διακρίνει κανείς πού τελειώνει η πρακτική αναγκαιότητα (γιατί, αλήθεια, πόσο πρακτικό είναι να μεταφέρονται οι τροϊκανοί από δω κι από κει με αυτοκινητοπομπές στα υπουργεία;) και πού αρχίζει ο συμβολισμός.

Είναι τόσο δε αισθητή η παρουσία αυτού του αποικιακού συμβολισμού στην Ελλάδα σήμερα, που ένα μεγάλο μέρος της εκλογικής του επιτυχίας ο ΣΥΡΙΖΑ το οφείλει στο ότι κατέστησε την αντίσταση εναντίον του βασική πολιτική του διακήρυξη. Η απαίτηση να μη μιλάμε για τρόικα αλλά για θεσμούς, οι λεονταρισμοί του Βαρουφάκη, ο τρόπος της διαπραγμάτευσης, η υιοθέτηση ενός λεξιλογίου περί αξιοπρέπειας, η μεταφορά των διαπραγματεύσεων στις Βρυξέλλες, αλλά, ας μη γελιόμαστε, και η ευκολία με την οποία υιοθετήθηκε το σχήμα «μνημονιακός-αντιμνημονιακός». Όλα ήταν μια προσπάθεια να ανταγωνιστεί η νέα κυβέρνηση, αν όχι την ουσία της αποικιοκρατικής λογικής των δανειακών συμβάσεων, τουλάχιστον τους τύπους τους. Είναι μάλιστα προφανές ότι, από ένα σημείο και μετά, στόχος των δανειστών ήταν να επιβάλουν και συμβολικά την ήττα της ελληνικής κυβέρνησης σε αυτό το επίπεδο. Το δεύτερο σαββατοκύριακο του Ιουλίου, ο Τσίπρας ξανάγινε το παιδί που πρέπει να μάθει, και που επειδή ήταν άτακτο πήρε συμφωνία χειρότερη από αυτή που θα έπαιρνε αν δεν ήταν. Οι Έλληνες έγιναν οι ιθαγενείς που ψιλοκουνήθηκαν και πρέπει να συνετιστούν. Ο Ολάντ (μιας Γαλλίας που, αν μη τι άλλο, από αποικίες και μετααποικίες, γνωρίζει καλά) έγινε μια ζεστή γαλατική αγκαλιά. Και το ταμείο πόρων της Ελλάδας προτάθηκε να εδρεύει, υπό επιτροπεία, στο Λουξεμβούργο. Πρόταση που, προφανώς, έγινε για να πέσει στο τραπέζι και μετά να αποσυρθεί, αλλά που ο στόχος της ήταν εντελώς συμβολικός: όχι μόνο να δείξει ότι οι δανειστές μπορούν άνετα να σκεφθούν και αποικιοκρατικές λύσεις πολύ παλαιάς κοπής, αλλά να υπογραμμίσει ότι αυτό ακριβώς θέλουν και να το δείχνουν. Δεν διέφυγε, ασφαλώς, της προσοχής κανενός. Το ζήτημα εκείνων των τελευταίων διαπραγματεύσεων και όλων όσων πλέον τις ακολουθούν, είναι η υποταγή, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερο επικοινωνιακό αντίκτυπο, ηθικό βάρος, συμβολικό κύρος. Μια υποταγή τρομερή.

Αξίζει να τα επαναλαμβάνει κανείς αυτά διότι γίνεται φανερό το πόσο μαθαίνουμε, σιγά σιγά, να θεωρούμε φυσική μια αποικιοκρατική λογική που πλέον ορίζει τον δημόσιο βίο μας. Από τη μια, μία ελίτ που δεν θέλει να χάσει τα προνόμιά της, και διακηρύσσει την ανωτερότητα των «Ευρωπαίων εταίρων» ό,τι κι αν συμβεί – διατηρώντας για τον εαυτό της το ρόλο του πιο καλού υποτελή. Αυτού που το αποικιακό κέντρο μεν υποτιμά, πλην όμως κατασκευάζει, ως είδος bon pour l’orient, για να σταλεί ντόπιος μικροπαράγων, να διαχειριστεί την περιφέρειά του. Κι από την άλλη, μια άλλη ελίτ, ας την πούμε αντιστασιακή, που κινδυνεύει να συμμετέχει εντελώς στην ίδια αποικιοκρατική δυναμική. Πότε ως αντιθετικό υποστήλωμα, υιοθετώντας εθνικιστικό λόγο, τζάμπα μαγκιά και σχέδια στατικά (π.χ. «συμφωνία» ή «ρήξη»). Πότε προσπαθώντας να πείσει τους πάντες ότι η αποικιοκρατική συνθήκη ανατρέπεται ευκολότατα. Και πότε, όταν αυτό αποδεικνύεται λανθασμένο, χαώνοντας την υποταγή της.

Υπάρχει μια άλλη τακτική, κάπου ανάμεσα στις παραπάνω, βγαλμένη από την ήττα και την απελπισία τους, και αναρωτιέμαι αν είναι η μόνη που μας έχει πλέον απομείνει. Οι θεωρητικοί της αποικιοκρατίας την ονόμασαν sly civility, προσπαθώντας να περιγράψουν την αντίσταση που καμώνεται πως ηττήθηκε, ενώ συνεχίζει, με κάθε τρόπο που της δίνεται, να υπονομεύει στην πράξη την αποικιοκρατική λογική – στα σύμβολα, στις προβλέψεις, στις ντιρεκτίβες, στις νόρμες της. Μια πονηρή υποτέλεια, που αναδεικνύει τις εσωτερικές αντιφάσεις της αποικιοκρατικής συνθήκης, τις εκμεταλλεύεται διαρκώς, και περιμένει τη στιγμή που θα μπορεί να την ανατρέψει. Αν κοιτάξει κανείς γύρω του, βλέπει ότι πρόκειται για μια συνθήκη βγαλμένη εντελώς από την καθημερινότητα του καθενός και της καθεμιάς μας αυτήν τη στιγμή. Στην επισφαλή εργασία, στα κουτσουρεμένα δικαιώματα, στη διαρκή επιτήρηση, στο ίντερνετ, ο κόσμος μαθαίνει να επιβιώνει δείχνοντας ότι αποδέχεται τους κανόνες, αλλά διαρκώς υπονομεύοντάς τους, διαφωνώντας μ’ αυτούς, ψάχνοντας ανοίγματα, νέες συλλογικότητες και τη στιγμή της αντίστασης. Γιατί η πονηρή υποτέλεια, κι αυτό είναι το βασικό χαρακτηριστικό της, δεν είναι υποταγή.

Το καλό με αυτού του τύπου την τακτική είναι ότι δουλεύει σε έναν καινούριο χρόνο αναμονής και αναδίπλωσης, ενώ ενώνει κάθε δύναμη αντίστασης – από αυτήν που γίνεται στο επίπεδο λόγου και συμβόλου, ως αυτήν που απαιτεί τη δημιουργία υπόγειων δικτύων, νέων μορφών συμμετοχής, δημιουργική χρήση των νέων τεχνολογιών και καινούριες συμμαχίες. Το κακό είναι, για μια ακόμα φορά, ότι είναι εύκολο να την περιγράφεις και να αυταπατάσαι ότι την ακολουθείς, και πολύ πιο δύσκολο, ρευστό και επισφαλές να την πετύχεις στην πράξη. Αλλά, να· κάπου εδώ είμαστε.


ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

Δημήτρης Παπανικολάου


Ο Δημήτρης Παπανικολάου είναι λέκτορας νεοελληνικής λογοτεχνίας, πολιτισμικών σπουδών και σπουδών φύλου σ...