FREE - ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ - UNFOLLOW 47 - ΣΤΗΛΕΣ - ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Το Lobster και η θεωρία των δύο άκρων: από την αλληγορία των ανθρώπινων σχέσεων στην κυριολεξία του πολιτικού

| Τεύχος Νοεμβρίου 2015

Κριτική για τον «Αστακό» του Γιώργου Λάνθιμου


Οι Λάνθιμος και Φιλίππου παραδίδουν με το Lobster έναν ευφάνταστο σκληρό κόσμο που η αισθητική του πληρότητα μας οδηγεί να σκεφτούμε σχετικά με τον δικό μας κόσμο. Άλλωστε, η μόνιμη επιλογή από το δίδυμο των δημιουργών του «τρόπου» της αλληγορίας είναι αυτή που επιζητά το ερμηνευτικό παιχνίδι: η αλληγορία χρησιμοποιεί κάτι για να σημάνει κάτι άλλο – ακόμα και στη «μεταμοντέρνα» εκδοχή της όπου ξέρουμε ότι το σημαίνον δεν μπορεί ποτέ να ταυτίζεται με το σημαινόμενο, ούτε να έχει ένα «κλειστό», συνεκτικό νόημα.

Στη σύγχρονη αυτή εκδοχή της αλληγορίας το σημαίνον είναι μια γνώριμη συνήθως εικόνα του κόσμου μας, η οποία απεκδύεται το περιεχόμενό της και σαν άδειο «όχημα» γεμίζεται με ένα περιεχόμενο που δεν θα μπορούσε ποτέ να του αντιστοιχεί: στη Δίκη του Κάφκα, για παράδειγμα, ο κόσμος των δικαστηρίων γίνεται το όχημα, το σημαίνον, για να μεταφερθεί ένα διαφορετικό περιεχόμενο από αυτό για το οποίο τα δικαστήρια υπάρχουν.

Η ταινία ξεκινά περιγράφοντας έναν κόσμο στον οποίο τα άτομα που ζουν στην πόλη οφείλουν να είναι συζευγμένα. Η απώλεια του/της συζύγου σημαίνει αυτομάτως σύλληψη, μεταφορά και εγκλεισμό του ατόμου σε ένα «ξενοδοχείο», έξω από την πόλη, όπου και πρέπει σε σύντομο χρονικό διάστημα να βρει νέο ταίρι, διαφορετικά αποπέμπεται στο δάσος, αφού πρώτα το μεταμορφώσουν σε κάποιο ζώο της επιλογής του. Στο δάσος αυτό, όμως, έχουν καταφύγει και όσοι κατάφεραν να δραπετεύσουν, οι Μοναχικοί, οι οποίοι ζουν μαζί σαν αγέλη. Κι εκεί, όμως, βλέπουμε έναν κόσμο με αντίστροφους κανόνες υποχρεωτικού μη ζευγαρώματος.

Ο ήρωας της ταινίας, που αποτυγχάνει να συμβιβαστεί σε μια σχέση στο ξενοδοχείο, δραπετεύει στο δάσος όπου και ερωτεύεται με μια Μοναχική, για να προκαλέσει την τιμωρία της αρχηγού της αγέλης. Αν στο «ξενοδοχείο» απαγορευόταν με βίαιη τιμωρία η ατομική πράξη του αυνανισμού (το χέρι εισάγεται σε μια αναμμένη τοστιέρα), στο δάσος απαγορεύεται, με βίαιη τιμωρία, κάθε ερωτική επαφή, ακόμα και το φλερτ (το φιλί τιμωρείται με γδάρσιμο των χειλιών, το σεξ με γδάρσιμο των γεννητικών οργάνων). Οι δύο κατοπτρικοί κόσμοι ανάμεσα στους οποίους είναι εγκλωβισμένος ο έρωτας του «αληθινού» ζευγαριού είναι εξίσου βίαιοι.

The-Lobster-3Η στημένη διαδικασία και οι όροι του ζευγαρώματος στο ξενοδοχείο αποτελούν μια θανατερή κριτική στο τυπικό μεσοαστικό ζευγάρι και στον κοινωνικό έλεγχο που ασκείται μέσα από την κομφορμιστική επιβολή του. Οι όροι στο δάσος διαβάζονται εκ των πραγμάτων αντιστικτικά ως απεικόνιση όσων, «ελεύθεροι» από συμβιβασμένες σχέσεις, κινούνται έξω από την κοινωνική κατάσταση του ζευγαριού προς μια «φυσική κατάσταση» ατομισμού. Με άλλα λόγια, οι ανθρώπινες σχέσεις και ο έρωτας είναι το θέμα της ταινίας.

Όμως, αν αυτό είναι το σημαινόμενο, ποιο είναι το σημαίνον, ποιο είναι το όχημά του, ποιες εικόνες του κόσμου μας χρησιμοποιούν οι δημιουργοί για να μας το μεταδώσουν; Και εδώ οι Λάνθιμος και Φιλίππου δείχνουν τον πλούτο της ματιάς τους, αφού ως όχημα επιλέγεται το πεδίο και η πρακτική του πολιτικού.

Από τη μία πλευρά έχουμε ένα απολυταρχικό «καθεστώς» που στήνεται με όλους τους όρους που γνωρίζουμε για τα φασιστικά καθεστώτα. Και δεν μιλάμε απλώς για τον εγκλεισμό στο ξενοδοχείο, τη βίαιη επιβολή των ομογενοποιητικών κανόνων από το προσωπικό, τη μαζική εξόντωση των αντιφρονούντων και απόβλητων Μοναχικών. Σε δύο έξυπνες σεκάνς οι καμαριέρες και οι γκρουμ παίζουν προς το κοινό των επίδοξων ζευγαριών δύο παντομίμες. Στην πρώτη ο άντρας που τρώει μόνος στο τραπέζι πνίγεται από μια μπουκιά και δεν υπάρχει κανείς να τον σώσει. Στην παραλλαγή της παντομίμας η γυναίκα του τον σώζει από τον πνιγμό με μια λαβή-χτύπημα στην πλάτη. Στη δεύτερη μια γυναίκα προχωρά μόνη στο δρόμο και βιάζεται από κάποιον. Στην παραλλαγή της η γυναίκα που συνοδεύεται από το ταίρι της δεν παθαίνει τίποτα γιατί ο παρών βιαστής-γκρουμ αναγκάζεται να μείνει άπραγος. Η «ιδεολογία» του ζευγαριού μεταδίδεται με χυδαία προπαγάνδα, το καθεστώς διαθέτει τους ιδεολογικούς μηχανισμούς που αποσκοπούν στην αναπαραγωγή του.

Από την άλλη πλευρά, ο κόσμος του δάσους έχει στηθεί ως κόσμος «αντικαθεστωτικών», ως κόσμος της «αντίστασης». Διαθέτουν κι αυτοί ιδεολογικές πολιτισμικές πρακτικές, όπως ότι ο καθένας πρέπει υποχρεωτικά να ακούει μουσική και να χορεύει μόνος του ανάμεσα στους άλλους, μέσα στο δάσος με ακουστικά στ’ αυτιά. Κυρίως, όμως, ζουν και κρύβονται στο δάσος σαν τους αντάρτες. Υπάρχει μια σκηνή όπου ξαφνικά η αρχηγός και μια σύντροφος μιλούν στα γαλλικά θυμίζοντας γαλλική αντίσταση στο γερμανικό καθεστώς. Άλλες σκηνές παραπέμπουν σε αριστερούς αντάρτες. Σε μια ολοκλήρωση του διακειμένου, οι ήρωες σχεδιάζουν και εκτελούν μια «τρομοκρατική επίθεση» στο «ξενοδοχείο», όπου καταστρέφουν ζευγάρια βάζοντας το ένα ήμισυ να προδώσει το άλλο πυροβολώντας το.

Η χρήση του πολιτικού ως απλού οχήματος –απεγδυμένου από το δικό του περιεχόμενο/σημαινόμενο και το ιστορικό του διακύβευμα (και γεμισμένο με το σημαινόμενο των προσωπικών σχέσεων)– οδηγεί κατά κανόνα στην αποπολιτικοποίησή του.

Ωστόσο, σε όλο αυτό το ιδιοφυές αλληγορικό καθεστώς έρχεται ξαφνικά να προστεθεί μια ρεαλιστική λεπτομέρεια που αίφνης, ακριβώς με το ρεαλισμό της, αποδομεί –και ενεργοποιεί– την αλληγορία: το ζευγάρι με την αρχηγό μεταβαίνουν από το δάσος στην πόλη σε ένα mall για να προμηθευτούν υλικά για την «τρομοκρατική επιχείρηση». Τη στιγμή που οι γυναίκες τα ψωνίζουν στο πολυκατάστημα και ο ήρωας στέκεται μόνος σε κάποιο δημόσιο χώρο, ένας αστυνομικός τον πλησιάζει και ζητάει να ελέγξει τα «χαρτιά» του, που είναι το πιστοποιητικό γάμου του, αφού στέκοντας μόνος είναι προφανώς ύποπτος. Αυτή η λεπτομέρεια ρεαλισμού σε σχέση με όλη την παράλογη και σατιρική αλληγορία του ξενοδοχείου αποκαλύπτει πειστικά την κλασική φύση του καθεστώτος: υπάρχει ένας κρατικός μηχανισμός επιβολής. Όμοιος ακριβώς με τον κόσμο μας, είναι η μη αλληγορική γέφυρα στον κόσμο μας. Αυτή, όμως, ακριβώς που δεν υπάρχει για τον κόσμο του δάσους: η  επανάσταση, η αντίσταση, ουδέποτε στηρίχτηκαν στον ατομισμό. Ουδέποτε στηρίχτηκαν στην άρνηση της συντροφικότητας, της βοήθειας, της αλληλεγγύης. Στηρίχθηκαν ακριβώς στην κατάφασή τους, στη συλλογικότητα που γεννά η πίστη σε ένα ιδανικό. Αυτή η πίστη –ή έστω το φάντασμά της– είναι πάντα υποκείμενη κάτω από τους όποιους μηχανισμούς ελέγχου υπάρχουν κι εδώ, συγκρατεί εντέλει τα άτομα μαζί. Στην ταινία, αντιθέτως, απαγορεύεται και τιμωρείται να βοηθάς κάποιον άλλον.

Έτσι, όμως, ο κόσμος της αντίστασης του Lobster αποδεικνύεται εξίσου βίαιος και αυταρχικός, ακόμα πιο καταπιεστικός και ακρωτηριαστικός, οδηγώντας από το αποπολιτικοποιητικό όχημα του πολιτικού στην πολιτική θέση: άξαφνα στην ταινία ξεπηδάει η  θεωρία των δύο άκρων. Αυτή η επάνοδος του πολιτικού στην κυριολεξία αναπόφευκτα επαναθέτει τον κόσμο της ταινίας με πιο κυριολεκτικούς όρους, για να καταλήξει σε κάτι που φαίνεται νοηματικό παράδοξο: στο δάσος δεν βλέπουμε κανένα μηχανισμό επιβολής των κανόνων και της βίας, η αιμοδιψής αρχηγός εύκολα εξουδετερώνεται από τον ήρωα στο τέλος σε ένα one to one. Καθώς λείπει, όμως, η «λογική» του κόσμου της αντίστασης, η συλλογικότητα που γεννά η πίστη σε ένα ιδανικό, παραμένει ακατανόητο –όχι αλληγορικά αλλά κυριολεκτικά– γιατί τα μέλη του υπακούνε στους κανόνες, γιατί αποφασίζουν να μένουν μαζί, αφού έτσι κι αλλιώς κανένας δεν επιτρέπεται να βοηθάει και να προστατεύει τον άλλον, γιατί αναλαμβάνουν κοινή δράση.

Εντέλει, ανάμεσα στους δύο ακραίους κόσμους του ξενοδοχείου και του δάσους ως ένα και το αυτό σύστημα, δεν προκύπτει ως διέξοδος τίποτε άλλο από την πόλη: οι ήρωες δεν ονειρεύονται κάποιον άλλον κόσμο για να ζήσουν τον έρωτά τους, αλλά γυρνούν σε αυτήν ως μεσοαστικό ζευγάρι.


ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ

Κώστας Περούλης


Σπούδασε νομικά και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην Κοινωνιολογία του Δικαίου και στη Συγκριτική Λογοτεχ...