unfollow-sindromes
unfollow-sindromes
FREE - ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ - UNFOLLOW 54 - ΑΡΘΡΑ - ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ

Πυροβολώντας Συριζαίους ή καλωσορίσατε στην έρημο της ΤΙ(Ν)Α

| Τεύχος Ιουνίου 2016

Το διαδεδομένο εσχάτως, από τα δεξιά αλλά και τα αριστερά, «κυνήγι του Συριζαίου», υπονομεύει την ανάγκη να αναζητήσουμε άλλες λύσεις, άλλες δυνατότητες, που θα μπορούσαν να αντισταθούν στην αδιανόητη επιτροπεία που επιβάλλεται αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, στη βάση, όμως, της παραδοχής ότι ο τρόπος αυτής της αντίστασης δεν είναι δεδομένος, θα είναι ευρετικός και απαιτεί τη μέγιστη δυνατή συμμετοχή.


Στις 19 Μαΐου, ο καθηγητής και πρώην γενικός γραμματέας του υπουργείου Οικονομικών Νίκος Θεοχαράκης μίλησε στο LSE του Λονδίνου, περιγράφοντας την εμπειρία του κατά τις διαπραγματεύσεις με την τρόικα τους πρώτους μήνες του 2015. Τον ακολούθησε στο πόντιουμ ο Γιάννης Στουρνάρας, επίσης καθηγητής, και ακόμα διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας. Ο Στουρνάρας εξέφρασε την απογοήτευσή του, επειδή ο Θεοχαράκης είχε κάνει ουσιαστικά «μια κομματικοποιημένη ομιλία», και την άποψή του ότι, αντίθετα, οι τεχνοκράτες πρέπει να κάνουν αυτό που καλά γνωρίζουν, να παραμένουν, δηλαδή, τεχνοκράτες, καθώς το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ότι υπάρχει πολλή πολιτική που μπερδεύεται στα πόδια τους και δεν τους αφήνει να κάνουν σωστά τη δουλειά τους.

Για να επιβεβαιώσει το επιχείρημά του, ο Στουρνάρας κατέληξε σε μια τεχνοκρατικότατη… ειρωνεία, διερωτώμενος για το αν τελικά τα μόνα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων του πρώτου εξαμήνου του 2015 ήταν απλώς να ονομαστεί η τρόικα «θεσμοί» και η βάση της να μετακομίσει από τα υπουργεία στο «Χίλτον», και όλα αυτά με ένα «κόστος [που] βεβαίως ανήλθε σε 86 δισ. ευρώ».

Δεν ξέρω ποιος ακριβώς ορισμός του πολιτικού θα μπορούσε να θεωρήσει αυτή την παρέμβαση ως μη πολιτική και απλώς τεχνοκρατική. Ιδίως καθώς επιμένει ότι οι πολιτικές διαπραγματεύσεις κοστίζουν, πρέπει να αποφεύγονται, και «φυσικότατα» τιμωρούνται, ενώ την ίδια στιγμή δίνει και το κόστος της τιμωρίας από αυτή την «εκτροπή στο πολιτικό». Στη συγκεκριμένη περίπτωση, λέει ο Στουρνάρας, το κόστος ήταν 86 δισ. – το νούμερο δεν είναι τυχαίο, συμπίπτει, άλλωστε, με ένα γνωστό ακραιοκεντρώο σύνθημα, κι όπως έχει δειχθεί στηρίζεται σε περίεργους υπολογισμούς και μάλλον πονηρή χρήση των δεδομένων για εντυπωσιασμό. Διότι, όσο και να μην ξέρεις οικονομικά, πραγματικά δεν μπορείς να πιστέψεις ότι οι διαπραγματεύσεις τελικά μας στοίχισαν ΟΛΟ το κόστος του τρίτου μνημονίου, δηλαδή ότι χωρίς αυτές θα «ήταν δυνατόν το Ελληνικό Δημόσιο να μην ξαναδανειστεί (ούτε καν από τις αγορές!) μετά τον Ιούνιο του 2015».1

Κι εδώ, βεβαίως, το θέμα δεν είναι η λεπτομέρεια ενός ποσού ή οι διαφωνίες για τον υπολογισμό του, αλλά κάτι πολύ πιο βαθύ: αυτό που ο «τεχνοκρατικός» Στουρνάρας προσπαθεί να κάνει είναι αφενός να καταβαραθρώσει όλο το πολιτικό στην κατηγορία του πολυέξοδου αλλά και του αφελούς. Ταυτόχρονα, επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει διέξοδος από έναν συγκεκριμένο τρόπο διακυβέρνησης, πολιτικής επιτροπείας και νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας, για τις ακρότητες μάλιστα του οποίου υπονοεί ότι δεν φταίει ο ίδιος, αλλά όποιος τολμήσει να του αντισταθεί. Με όσο τακτ και να το θέσει κανείς, δεν μπορεί να μη θυμηθεί πόσο αυτή ακριβώς η λογική «μην κουνηθείς γιατί θα πονέσει περισσότερο» παρουσιάζεται σε κάθε προσπάθεια βιοπολιτικής κυριαρχίας – από τη σωματική πειθάρχηση έως την αποικιοκρατία.

Fast forward μερικές μέρες, διαφορετικό σκηνικό, διαφορετικός τρόπος εκφοράς· από το «πολύ τεχνοκρατικό», ας πάμε τώρα στο «πολύ πολιτικό». Στις 23 Μαΐου, κατά την ψήφιση του τελευταίου πολυνομοσχεδίου, η βουλεύτρια του ΣΥΡΙΖΑ Βασιλική Κατριβάνου δεν ψήφισε δύο βασικό άρθρα και παραιτήθηκε. Στην κοινοβουλευτική της θητεία είχε συνδεθεί με τη συνεπή δράση για την προώθηση των δικαιωμάτων των κρατουμένων, των μεταναστών, των σεξεργατών, της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας. Οι αντιδράσεις στην παραίτηση, εντυπωσιακές για τη σφοδρότητά τους ακόμα και από πρώην συντρόφους ή συνεργάτες της, δεν άφησαν ασχολίαστη αυτή την παράμετρο. Πολιτικοί σαν την Κατριβάνου, σημείωσε στην ιστοσελίδα του ο Άρης Χατζηστεφάνου, έχουν ήδη προχωρήσει στην «ολοκληρωτική προδοσία μιας ολόκληρης χώρας» και άρα, ό,τι και να κάνουν τώρα, είναι πια αργά. «Και ένα μνημόνιο να ψηφίσεις δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής. Φυσικά θα μπορούν να λένε πάντα, στα σαλόνια των διανοούμενων που συχνάζουν, ότι αυτοί δεν είναι σαν τους άλλους. Αυτοί εκμεταλλεύτηκαν, λέει, ένα παράθυρο ευκαιρίας για να βοηθήσουν την τάδε ή τη δείνα μειονότητα, τον τάδε ή τον δείνα αναξιοπαθούντα [όσο το] οικονομικό παιχνίδι έχει ήδη χαθεί».2

Achilleas Zavallis SOOC

Αναφέρομαι τόσο πολύ και σε αυτή την άποψη διότι όμοιές της αναπαρήχθησαν πολύ τον τελευταίο καιρό, συγκροτώντας ένα σκε πτικό σύμφωνα με το οποίο όποιος παρέμεινε στον ΣΥΡΙΖΑ την τελευταία περίοδο, «όποιος υπέγραψε μνημόνια», ως βουλευτής, κομματικό στέλεχος, ή ακόμα και ως υποστηρικτής του συγκεκριμένου πολιτικού σχηματισμού μετά τον Σεπτέμβριο του 2016, θα είναι για πάντα σημαδεμένος από την πράξη αυτή, θα αξίζει για πάντα το χλευασμό, θα θεωρείται πάντα πως ό,τι έκανε το έκανε για λόγους άλλους, βρόμικους, ξεπουλημένους. Ακόμα και οι κινηματικές δράσεις αυτών των ανθρώπων καθίστανται πλέον, μας λένε, κενές νοήματος, ύποπτες, δούρειοι ίπποι του συστήματος.

Το ενδιαφέρον εδώ δεν είναι η διαφορετική εκκίνηση των δύο απόψεων, αλλά η σύγκλισή τους: και στη μία και στην άλλη περίπτωση, υποστηρίζεται, τη διακυβέρνηση σήμερα ασκούν άνθρωποι που πρέπει να εξοριστούν από τη συνθήκη του πολιτικού – είτε γιατί, λέει ο ένας, δεν κατανοούν το παιχνίδι του συμβιβασμού, είτε γιατί, λέει ο άλλος, ξεπουλήθηκαν συμβιβαζόμενοι.

Η δαιμονοποίηση του Συριζαίου, που υπήρξε μέχρι σήμερα ίδιον κυρίως ενός αριστερόφοβου ακροδεξιού λόγου, επεκτείνεται έτσι. Και ναι μεν αυτό –ιδιαίτερα μετά την ψήφιση των τελευταίων μέτρων– φαντάζει αναμενόμενο, τα φοβικά και αντιπολιτικά αντανακλαστικά όμως με τα οποία συμβαίνει πρέπει να μας προβληματίσουν γενικότερα. Γιατί και ο Στουρνάρας και ο Χατζηστεφάνου, ο ένας από τα δεξιά και ο άλλος από τ’ αριστερά, εξασκούνται στο πιο διαδεδομένο εικονικό πολιτικό σπορ της εποχής: πυροβολούν Συριζαίους. Και το κάνουν με τον εκδρομικό ενθουσιασμό που απαιτεί και το εικονικό της υπόθεσης. Σαν να σκοράρουν σε βιντεοπαιχνίδι. Όσο καρικατούρικη μάλιστα μοιάζει αυτή η επίθεση, άλλο τόσο καρικατούρικος γίνεται σιγά-σιγά και ο στόχος της. Γιατί, κι από την άλλη, τα πράγματα δεν πάνε καλύτερα: το ρόλο της «υποστήριξης της κυβερνητικής πολιτικής» αρχίζουν να τον παίζουν όλο και περισσότερο άνθρωποι που, σε όλα τα επίπεδα, ταιριάζουν στο συγκεκριμένο βιντεοπαίχνιδο. Επίσημος, μιντιακός ΣΥΡΙΖΑ αρχίζει πια να σημαίνει άνθρωποι με όλο και πιο φαιδρά επιχειρήματα, ηθογραφικό στιλ και κάποτε και ιδιαίτερα περί-εργα κίνητρα και συμμαχίες. Από τον Κυρίτση, την Αυλωνίτου και τη Βαγενά, μέχρι τον Κουρουμπλή, τον Παππά και τον μέσο Καρανίκα.

Θα άξιζε εδώ να σκεφτεί κανείς πόσο όλα αυτά μοιάζει σιγά-σιγά να κολλάνε στην ίδια εικόνα, πόσο δηλαδή συλλειτουργούν, και τι αποτελέσματα, όλα μαζί, δημιουργούν. Εξηγούμαι: αν ο ακραιοκεντρώος Στουρνάρας βάζει όλα του τα δυνατά να μας πείσει ότι Δεν Υπάρχει Άλλη Διέξοδος, ο αριστεροαριστερός Χατζηστεφάνου φαίνεται να είναι σίγουρος ότι Υπάρχει Άλλη Διέξοδος και ότι είναι άμεσα προσβάσιμη. Από τη μία, η ιδεολογική ανάπτυξη αυτού που ονομάστηκε διεθνώς ΤΙΝΑ (There Is No Alternative), και από την άλλη η, δυστυχώς, απλοϊκή αντιστροφή του, η ΤΙΑ (There Is an Alternative). ΤINA και TIA όμως, κι εδώ είναι το ζήτημα, δουλεύουν αυτή τη στιγμή λίγο σαν ηλεκτρικό κύκλωμα που, αντί να φέρνει στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης τα αδιέξοδα του νεοφιλελευθερισμού, περιέργως βοηθά την επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων του στην πράξη. Σε αυτό το κύκλωμα ΤΙΑ/ΤΙΝΑ, ο σύγχρονος ΣΥΡΙΖΑ, ας μην ξεχνάμε, συμμετέχει ασμένως κι αυτός, απλώς προσπαθώντας να πατήσει και στους δύο πόλους του ταυτόχρονα. Εξ ου και οι καθεστωτικές κυβερνητικές φωνές επιμένουν ότι αφενός αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει άλλη διέξοδος, αφετέρου θα υπάρξει μια άλλη διέξοδος σε μια στιγμή στο μέλλον για την οποία το κόμμα (το οποίο γνωρίζει αυτή τη διέξοδο) πολύ μοχθεί και γι’ αυτό ζητά την εμπιστοσύνη μας.

Καλωσορίσατε, λοιπόν, στην έρημο της ΤΙ(Ν)Α. Την εικονική πολιτική πραγματικότητα που χαρακτηρίζεται από μια διπολική συνθήκη (υπάρχει/δεν υπάρχει διέξοδος) και το κυνήγι μαγισσών που αυτή επιβάλλει. Στο πλαίσιό της:

α) Ξεπλένονται εντελώς οι πραγματικοί διαχειριστές του πιο σκληρά νεοφιλελεύθερου προγράμματος στο οποίο έχει μπει ποτέ η  χώρα. Η εξουσία δηλαδή που εμπνεύστηκε, επέβαλε και διαχειρίζεται το σύστημα περικοπών, λιτότητας, μελλοντικών δεσμεύσεων και επιβολής κρυφών απαιτήσεων «των δανειστών». Μια εξουσία η  οποία δεν ταυτίζεται με τον ΣΥΡΙΖΑ, όσο κι αν αυτός λειτουργεί (προς το παρόν) ως ο ηττημένος τοποτηρητής της. Αντί λοιπόν να αναδεικνύουμε, σε κάθε στιγμή, ποια (κρυμμένη ή εμφανής) νεοφιλελεύθερη πηγή εξουσίας επιβάλλει ποιο μέτρο, ποια απόφαση, ποιο πισωγύρισμα, και να δούμε με ποιους τρόπους μπορούμε καλύτερα να της αντισταθούμε, καταλήγουμε να τσακωνόμαστε για το αν θα χρειαστούν πέντε ή εφτά γενιές για να ξεπλυθεί «ο κάθε Συριζαίος».

β) Αφήνεται πια τεράστιος χώρος στη μεταπολιτική και την αντιπολιτική. Και όχι μόνο στους προφανείς εκπροσώπους τους, «τεχνοκράτες», Λεβέντηδες, Χ.Α. κ.τ.ό. Αλλά και στην αντιπολιτική μετάλλαξη του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ (που πλέον δεν λειτουργεί ως συμμετοχικό κόμμα), στη μεταπολιτική κυβερνητική παρουσία (η οποία πλέον περιορίζεται στον υπολογισμό, στην προπαγάνδα και τον μεταπρατικό λυρισμό), στην αντιστοίχως μεταπολιτική αντιπολίτευση.

γ) Καθίσταται όλη η νεοφιλελεύθερη κυβερνολογίκευση ακόμα περισσότερο φυσική, καθώς κάθε κριτική σε αυτήν (ιδιαίτερα όταν παιανίζει τη σιγουριά της εκδίκησης ενός «άλλου κόσμου») μοιάζει όλο και πιο μεταφυσική.

δ) Ερμηνεύεται το πολιτικό σώμα στη βάση του διπόλου ΤΙΑ/ ΤΙΝΑ, ενώ όλα δείχνουν ότι ένα πλειοψηφικό ρεύμα της ελληνικής κοινωνίας απαίτησε (και προτίμησε και να πληρώσει το τίμημα για) τη διερεύνηση άλλων στρατηγικών που να ξεφεύγουν από την απλοϊκότητα του διλήμματος. Και στο δημοψήφισμα του περσινού καλοκαιριού, και στην αντίστασή του στη μιντιακή προπαγάνδα, και στην εκλογική του συμπεριφορά, φαίνεται ότι ο περισσότερος κόσμος εξέφρασε τη διάθεσή του ούτε τη σιγουριά των «άλλων λύσεων» να ακολουθήσει, ούτε τον αδυσώπητο νεοφιλελευθερισμό και την αντιδημοκρατικότητα των μνημονιακών δεσμεύσεων να επικροτήσει.

Υπάρχουν αυτές οι άλλες στρατηγικές; Υπάρχουν ακόμα άλλες λύσεις, άλλες δυνατότητες, που θα μπορούσαν να αντισταθούν στην αδιανόητη επιτροπεία που επιβάλλεται αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, και να παραδεχθούν ότι ο τρόπος αυτής της αντίστασης δεν είναι δεδομένος, θα είναι ευρετικός και απαιτεί τη μέγιστη δυνατή συμμετοχή; Στην εικονική έρημο της ΤΙ(Ν)Α η απάντηση έχει δοθεί, είναι όχι, και το κυνήγι του αποδιοπομπαίου Συριζαίου έχει με ιαχές ξεκινήσει. Στο λαγούμι που προσπάθησε να σκάψει αυτό το κείμενο, η απάντηση ακόμα εκκρεμεί.

___

1. Αντιγράφω εδώ από την απάντηση των Βαρουφάκη-Θεοχαράκη στον Στουρνάρα. http://bit.ly/1OXyL0h

2. http://info-war.gr/συριζαίε-κράτα-το-μισθούλη-σου-και-άσε/


ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

Δημήτρης Παπανικολάου


Ο Δημήτρης Παπανικολάου είναι λέκτορας νεοελληνικής λογοτεχνίας, πολιτισμικών σπουδών και σπουδών φύλου σ...