unfollow-sindromes
unfollow-sindromes
UNFOLLOW newsletter
FREE - ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ - UNFOLLOW 68 - ΔΙΕΘΝΗ

Η Δύση αντιμέτωπη με τα όριά της

| Τεύχος Αυγούστου 2017

Από τη σύγκρουση για την κατεύθυνση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στη σταδιακή ανάδυση μιας ρωσοκινεζικής συμμαχίας, διαμέσου των ανοιχτών ερωτημάτων για την παγκόσμια οικονομία, είναι σαφές ότι είμαστε σε ένα μεταβατικό τοπίο για το διεθνές σύστημα.


Η «Παρακμή της Δύσης» ανακοινώθηκε συχνά, όμως τις περισσότερες φορές φάνηκε να διαψεύδεται. Μάλιστα, από τη δεκαετία του 1990 και μετά υπήρξε η αλαζονεία ότι πλέον όλος ο κόσμος είναι «Δύση». Βέβαια, τα πράγματα ήταν κάπως πιο σύνθετα.

Ωστόσο, δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει μια καλύτερη εικόνα «παρακμής της Δύσης» από τη σημερινή Ουάσινγκτον. Ένας πολύ δεξιός, ρατσιστής, σεξιστής, εχθρός του περιβάλλοντος και με έφεση σε διάφορες «ύποπτες» επιχειρηματικές συμφωνίες πρόεδρος, που θέλει να κυβερνά μέσω στενών συγγενών και φίλων του, δεν βρίσκεται στο στόχαστρο για κάτι από τα παραπάνω, αλλά για τη σχεδόν παρανοειδή κατηγορία ότι διατηρούσε διαύλους επικοινωνίας με τη Ρωσία, οι μυστικές υπηρεσίες της οποίας υποτίθεται ότι υποκλέπτοντας ηλεκτρονικές επικοινωνίες που αποκάλυπταν πόσο αργυρώνητη και πολεμοχαρής ήταν η βασική του αντίπαλος κατάφεραν να επηρεάσουν το εκλογικό αποτέλεσμα. Κατηγορείται για μία από τις λίγες πλευρές της πολιτικής του που αποπνέει κάτι από ρεαλισμό: την ανάγκη να αποκλιμακωθεί η ένταση ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Ρωσία, ένταση που είχε κλιμακωθεί τα προηγούμενα χρόνια.

Μιλάμε για μια εντυπωσιακή ακόμη και για τα αμερικανικά δεδομένα σύγκρουση στο εσωτερικό του αμερικανικού πολιτικού συστήματος, με μερίδες του κατεστημένου των ΜΜΕ να συντονίζονται με τμήματα του βαθέος κράτους και κάποιους επιχειρηματίες (κυρίως όσοι διαφωνούν με τις πολιτικές για το παγκόσμιο εμπόριο) να συγκρούονται με άλλες μερίδες του κράτους και αντίπαλες επιχειρηματικές ομάδες, με τη σύγκρουση να επεκτείνεται και στο εσωτερικό της ίδιας της κυβέρνησης Τραμπ όπου συνυπάρχουν οι άνθρωποι που μοιράζονται τη δική του οπτική με μια σειρά από παραδοσιακά «γεράκια», ορισμένα εκ των οποίων μάλλον του επιβλήθηκαν.

Τα όρια της εξόδου από την οικονομική κρίση

Η χαρωπή ανακοίνωση από το ΔΝΤ, ότι πλέον εμφανώς μπαίνουμε σε μια τροχιά αύξησης των ρυθμών ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένης και της Ευρωζώνης, δεν αναιρεί ότι υπάρχουν και ορισμένες σκιές σε αυτή την εικόνα, μια βαθύτερη αμηχανία για τους οικονομικούς όρους της ηγεμονίας στο διεθνές σύστημα.

Και ο λόγος βρίσκεται στο μεγάλο πρόβλημα της παγκόσμιας οικονομίας που αφορά την παραγωγικότητα και την κερδοφορία. Ο τεράστιος πλούτος που κυκλοφορεί στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική σφαίρα (όπου έχουμε μπει ξανά σε φάση υπερτίμησης μετοχών και ομολόγων) δεν αναιρεί τους χαμηλούς ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας που, παρά την παγκόσμια τάση για υποβάθμιση της θέσης των μισθωτών, διαμορφώνουν μια δυναμική πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους.

Διάφοροι παράγοντες συντελούν σε αυτό. Το γεγονός ότι μεγάλες επενδύσεις που έχουν γίνει σε τεχνολογικό εξοπλισμό δεν έχουν συνοδευτεί από ανάλογες τομές στην παραγωγικότητα της εργασίας ώστε να αντισταθμίζονται τα αρχικά αυξημένα κόστη. Η έμφαση σε βραχυχρόνιες αποδόσεις ώστε να χαίρονται οι μέτοχοι και οι αγορές και όχι σε μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς και επενδύσεις. Η χρονική καθυστέρηση έως ότου μεγάλες τεχνολογικές τομές γενικευτούν και επιτρέψουν να φτηνύνουν και τα ίδια τα μέσα παραγωγής. Η επέκταση σε χώρους όπως οι υπηρεσίες, που είναι εκ των πραγμάτων έντασης εργασίας και δύσκολα μπορούν να έχουν εκείνες τα άλματα στην παραγωγικότητα που φέρνει η εκμηχάνιση και οι οργανωτικές αλλαγές (όσο και εάν εκσυγχρονίσεις ένα νοσοκομείο ή ένα εστιατόριο, δεν θα πετύχεις τις τομές στην παραγωγικότητα που έφεραν π.χ. στον 19ο αιώνα οι ατμοκίνητοι αργαλειοί). Αντίστοιχα, οι επενδύσεις σε προϊόντα «πνευματικής ιδιοκτησίας» υπόσχονται μεν τα κέρδη της «περίφρασης» και της αποκλειστικότητας, αλλά διατρέχουν και τον κίνδυνο της αντιγραφής και της απαξίωσης.

Η απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου δεν αρκεί για να δώσει λύση, ιδίως όταν πάντα υπάρχει ο πειρασμός των επενδύσεων στη χρηματοπιστωτική σφαίρα, που δεν επιτρέπει την επικέντρωση δυνάμεων στην ανάκαμψη της παραγωγικότητας. Σε αυτό το φόντο δεν είναι παράλογο να βλέπουμε άλλες μερίδες του κεφαλαίου να επικεντρώνουν στην απαίτηση για ακόμη μεγαλύτερο άνοιγμα του διεθνούς εμπορίου, ιδίως όσες στηρίζονται σε διεθνοποιημένες διαδικασίες παραγωγής και εκμεταλλεύονται τη δυνατότητα συνδυασμένης παραγωγής σε χώρες χαμηλού κόστους εργασίας, και άλλες στην αναδίπλωση στην εθνική αγορά, την εγγύηση από το κράτος των εξαγωγικών τους επιδόσεων, στην αυξημένη κρατική δαπάνη.

Το σίγουρο είναι ότι απέχουμε από μια συνθήκη όπου οι χώρες της Βόρειας Αμερικής και της Δυτικής Ευρώπης θα αποτελέσουν και την πρωτοπορία στη διαμόρφωση ενός νέου υποδείγματος αυξημένων ρυθμών παραγωγικότητας.

Η διεκδίκηση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας

Σε μια προηγούμενη φάση οι ΗΠΑ δοκίμασαν να επικυρώσουν την πρωτοκαθεδρία  τους στο διεθνές σύστημα μέσα από δύο βασικές κινήσεις. Μια επιθετική πολιτική ως προς το διεθνές εμπόριο θέλοντας να δώσουν ακόμη μεγαλύτερο περιθώριο δράσης στις δικές τους πολυεθνικές, που ενισχυόταν από τη στάση της Fed, η οποία σε αντιδιαστολή με τις εμμονές της ΕΚΤ εγγυήθηκε ότι δεν κατέρρευσε η παγκόσμια οικονομία μετά την κρίση του 2007-08. Από την άλλη, απάντησαν στην ανάδυση άλλων πόλων στο παγκόσμιο σύστημα μέσα από μια κλιμάκωση της πολιτικοστρατιωτικής επιθετικότητας. Παρότι στην αρχή της περιόδου Ομπάμα φάνηκε μια προσπάθεια διόρθωσης της προηγούμενης «αυτοκρατορικής ύβρεως», η «Αραβική Άνοιξη» θεωρήθηκε ότι άνοιγε τον δρόμο για μεγάλης κλίμακας «αλλαγές καθεστώτος». Απέναντι στη Ρωσία, επέλεξαν μια «υγειονομική ζώνη» στα δυτικά της και την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης για την Ουκρανία και την Κριμαία (κυρώσεις κτλ.), κάτι που θεωρήθηκε ότι ήταν μήνυμα προς τη μεριά της Κίνας. Παράλληλα, η προσπάθεια προσέγγισης και με την Ινδία, πέραν της παραδοσιακής σχέσης με το Πακιστάν, θεωρήθηκε ότι διαμόρφωνε καλύτερο συσχετισμό στην Ασία, το ίδιο και η ανοχή στην εθνικιστική και μιλιταριστική μετατόπιση της Ιαπωνίας.

Κομβική πλευρά της νέας αμερικανικής επιθετικότητας, το ζήτημα της αντιβαλλιστικής άμυνας. Ήδη από τη δεκαετία του 1980 και τον διαβόητο «Πόλεμο των Άστρων» (το σχέδιο των ΗΠΑ για άμυνα μέσα από ένα πλέγμα δορυφόρων και οπλικών συστημάτων σε τροχιά) ξέρουμε ότι τα αντιβαλλιστικά συστήματα είναι στην πραγματικότητα επιθετικά όπλα, καθώς ενισχύουν τον πειρασμό για πυρηνικό πρώτο χτύπημα. Αυτό εξηγεί και την αντίδραση τόσο της Ρωσίας για τα αντιβαλλιστικά συστήματα Aegis Ashore στη Ρουμανία και την Πολωνία όσο και της Κίνας για τα συστήματα THAAD στην κορεατική χερσόνησο.

Η πολιτική αυτή προσέκρουσε στις αντιφάσεις της. Στη Λιβύη, αντί για «αλλαγή καθεστώτος», είχαμε τη δολοφονία του αμερικανού πρεσβευτή και τη μετατροπή της χώρας σε ένα πεδίο αιματηρής σύγκρουσης αντιμαχόμενων φραξιών. Στη Συρία διαμορφώθηκε και το έδαφος για τη γιγάντωση του «Ισλαμικού Κράτους» την ίδια ώρα που χάρη και στη ρωσική επέμβαση το καθεστώς Άσαντ αποδείχτηκε πιο ανθεκτικό. Οι κυρώσεις στη Ρωσία κυρίως πλήττουν αμερικανικές και ευρωπαϊκές εταιρείες.

Το περίγραμμα της κίνησης της νέας αμερικανικής κυβέρνησης παραμένει ακόμη αντιφατικό. Η απόσυρση από τις συμφωνίες για το διεθνές εμπόριο –συμφωνίες που είχαν ακόμη αρκετά προβλήματα να αντιμετωπίσουν– δεν συνοδεύτηκε από κάτι άλλο πέραν της γενικής αναφοράς στην υπεράσπιση των αμερικανικών επιχειρήσεων. Ο Τραμπ επιμένει σε μια πιο ρεαλιστική αντιμετώπιση των ρωσοαμερικανικών σχέσεων, όμως φαίνεται να υπάρχει διακομματική συναίνεση στην κλιμάκωση της αντιπαράθεσης, την ίδια ώρα που κλιμακώνει την επιθετικότητα απέναντι στην Κίνα, ξαναγυρνάει σε μια ρητορική αντιμετώπισης του Ιράν ως εχθρού, αναβαθμίζει η σχέση με τις μοναρχίες του Κόλπου και κυρίως τη Σαουδική Αραβία και αναδεικνύει την Κορέα σε κρίσιμο κόμβο αντιπαράθεσης.

Η αναδυόμενη ρωσοκινεζική σύμπραξη

Λίγα χρόνια πριν, η πραγματοποίηση κοινής ρωσοκινεζικής ναυτικής άσκησης στη Βαλτική Θάλασσα θα φάνταζε παράδοξη. Παρότι, ιδίως από την πλευρά των «οργανικών διανοουμένων» της ρωσικής κυβέρνησης, είχε διατυπωθεί το αίτημα μιας «ευρασιατικής» συνεργασίας ως απάντηση στον νεοατλαντισμό, μόνο αυτονόητη δεν ήταν η ρωσοκινεζική σύμπραξη.

Μια ματιά στην Ιστορία δείχνει μάλλον σχέσεις επιφύλαξης ανάμεσα σε Ρωσία και Κίνα, με ρίζες που ανάγονται και στην παραδοσιακή ρωσική δυσπιστία απέναντι στις ανατολικές αυτοκρατορίες. Αλλά και στην περίοδο της ΕΣΣΔ, η Κίνα όχι μόνο εξαρχής κινήθηκε πέραν των υποδείξεων της Κομμουνιστικής Διεθνούς, αλλά και διεκδίκησε μετά τη σινοσοβιετική ρήξη των αρχών της δεκαετίας του 1960 να λειτουργήσει ως εναλλακτικός πόλος μέσα στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα.

Οι δύο χώρες έφτασαν κοντά στον ανοιχτό πόλεμο το 1969, ενώ προς το τέλος της μαοϊκής περιόδου είχε διαμορφωθεί και η «θεωρία των τριών κόσμων που θεωρούσε προτιμότερο σύμμαχο τις ΗΠΑ απέναντι στη «σοσιαλιμπεριαλιστική» ΕΣΣΔ. Τότε πραγματοποιήθηκε και η επίσκεψη του Νίξον στο Πεκίνο. Αντίθετα, οι σχέσεις με τις ΗΠΑ ή χώρες φιλικά προσκείμενες στις ΗΠΑ ήταν πάντα αναβαθμισμένες. Ακόμη και μετά την πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», η Κίνα επικέντρωσε στο να κατοχυρώσει τη θέση της στην παγκόσμια οικονομία επενδύοντας στη μεταποίηση και στις επενδύσεις στο εξωτερικό, και όχι τόσο στο να διεκδικήσει καθεστώς υπερδύναμης παρά τη συστηματική ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεών της. Αυτό μεταφραζόταν και σε μια ιδιαίτερα προσεκτική εξωτερική πολιτική.

Δεν μιλάμε απλώς για μια τακτική κίνηση της Κίνας που χρειαζόταν τα πυρηνικά της Ρωσίας συμπληρωματικά προς τη δική της οικονομική ισχύ. Η συμπληρωματικότητα εντός της συμμαχίας είναι πιο περίπλοκη.

Καταρχάς, η ρωσική πολιτικοστρατιωτική ισχύ δεν είναι μόνο τα πυρηνικά της, έστω και εάν το είναι η μόνη άλλη χώρα μετά τις ΗΠΑ με πλήρες στρατηγικό και πυρηνικό οπλοστάσιο. Η Ρωσία έχει δείξει ότι μπορεί να διεξάγει επιχειρήσεις στο εξωτερικό σε μεγάλη κλίμακα, ενώ στη Συρία επέδειξε στρατιωτική και διπλωματική ικανότητα να συγκροτεί συμμαχίες και να εγγυάται συμφωνίες.

Όμως και στο οικονομικό επίπεδο έχει φανεί ότι και η Ρωσία διεκδικεί έναν ρόλο διαφορετικό από την επικέντρωση στην εξαγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου. Μπορεί στην Κίνα να συναρμολογούνται πάρα πολλά προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, όμως η Ρωσία παραμένει μια χώρα που εργάζεται στην υψηλή τεχνολογία. Διαθέτει ενεργό διαστημικό πρόγραμμα, εξελίσσει μαχητικά αεροσκάφη και οπλικά συστήματα και διαθέτει αεροναυπηγική βιομηχανία ικανή να σταθεί απέναντι στην Boeing και την Airbus, όπως φαίνεται για παράδειγμα από το νέο εμπορικό μεσαίο τζετ που θα βγάλει στην αγορά. Από την άλλη η Κίνα, παρότι είναι σε διαδικασία εντατικής μάθησης, έχει δρόμο να καλύψει στην υψηλή τεχνολογία. Το δικό της εμπορικό μεσαίο τζετ ανήκει στην προηγούμενη γενιά, ενώ διάφορα μεγάλα έργα που είναι σε εξέλιξη στηρίζονται ακόμη σε ξένη τεχνολογία (π.χ. τα τρένα υψηλών ταχυτήτων). Βέβαια και οι Ρώσοι, από τη μεριά τους, απέχουν από τα να μπορούν να διαχύσουν μέρος της προηγμένης τους τεχνολογίας και σε καταναλωτικά προϊόντα (πρόβλημα που υπήρχε και στην ΕΣΣΔ).

U68_Sotiris_960

Από την άλλη, είναι προφανές ότι η Κίνα χρειάζεται συμμαχίες για να γίνει ένας εναλλακτικός πόλος που προσφέρει πολιτικές επ’ αμοιβαία ωφελεία. Το παράδειγμα της στρατηγικής «Μία ζώνη – ένας δρόμος» ή του «Νέου δρόμου του μεταξιού» είναι χαρακτηριστικό. Η λογική της επένδυσης σε δίκτυα μεταφορών και επικοινωνιών, που θα διευκολύνουν το διεθνές εμπόριο, μπορεί να εμπεριέχει τον υπολογισμό ότι μεγάλο μέρος από τα έργα θα εκτελεστούν από κινεζικές εταιρείες ή ότι οι κινεζικές εξαγωγές θα ενισχυθούν, εντούτοις ταυτόχρονα υπόσχεται συγχρηματοδότηση υποδομών και δημιουργία θέσεων εργασίας στις χώρες από τις οποίες θα περάσουν. Για μια Ρωσία που θέλει να κατοχυρωθεί ως βασικός παίκτης στους ενεργειακούς διαδρόμους –και όχι μόνο– εδώ υπάρχουν επίσης σημαντικά πεδία συνεργειών. Όσο για την Ασιατική Τράπεζα Yποδομών και Eπενδύσεων, στην οποία ήδη συμμετέχουν αρκετές χώρες, το σημαντικό δεν είναι απλώς ότι θα βοηθήσει τη χρηματοδότηση αυτών των έργων, αλλά και ότι διαμορφώνει έναν εναλλακτικό χρηματοδοτικό πόλο για τέτοιες επενδύσεις, θυμίζοντας τον ρόλο της Παγκόσμιας Τράπεζας στην προώθηση της αμερικανικής πολιτικής παλαιότερα, την ίδια ώρα που εκφράζεται απροθυμία των ΗΠΑ να αναλάβουν τέτοιες πρωτοβουλίες. Η τρέχουσα κινεζική ηγεσία υπό τον Σι Τσινπίγνκ προσπαθεί να εξασφαλίσει την εσωτερική συνοχή, να διατηρήσει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης μέσα από πιο στοχευμένες επενδύσεις και ανάπτυξη συγκεκριμένων κλάδων, να αποφύγει τις διάφορες «φούσκες», ή τις επενδύσεις σε πεδία που μπορούν να εξελιχθούν σε «φούσκες», και να αντιμετωπίσει τα ενδημικά προβλήματα διαφθοράς.

Ενδιαφέρουσα είναι και η σύγκλιση που καταγράφεται σε επίπεδο ρητορικής απεύθυνσης. Ένα από τα πλεονεκτήματα των ΗΠΑ είναι ότι λειτουργούσαν ως η ηγεμονική δύναμη, αυτή που δίνει έναν γενικό πολιτικό και ιδεολογικό τόνο, που εγγυάται τα συμφέροντα «όλου» του δυτικού κόσμου, που αφήνει περιθώριο για να αναπτυχθούν και τα άλλα μέρη της συμμαχίας. Στη μεταπολεμική περίοδο, οι ΗΠΑ εγγυήθηκαν την αντιπαράθεση όχι μόνο με την ΕΣΣΔ αλλά και με την κομμουνιστική αριστερά στο εσωτερικό των δυτικών χωρών, συνέβαλαν στην εξαγωγή του φορντικού μοντέλου συσσώρευσης, πρόβαλλαν ένα μείγμα φιλελευθερισμού, κοινοβουλευτισμού, καταναλωτισμού, άφησαν να αναπτυχθούν οι ανταγωνιστές τους όπως η Δ. Γερμανία και η Ιαπωνία. Μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, εγγυήθηκαν την «παγκοσμιοποίηση» στηρίζοντας τη συγκρότηση του ΠΟΕ και διεκδίκησαν την ηγεσία απέναντι στην «τρομοκρατία» και τις «ασύμμετρες απειλές» έστω και εάν στην πραγματικότητα εννοούσαν την εξουδετέρωση περιφερειακών παικτών όπως το Ιράκ. Με φιγούρες όπως ο Ομπάμα διεκδίκησαν ακόμη και ρόλο στη συζήτηση περί «προοδευτικών πολιτικών».

Σήμερα οι ΗΠΑ δείχνουν να υποχωρούν ως προς την ικανότητα να παίξουν αυτόν τον ρόλο. Η έξοδος από τις Συνθήκες για το παγκόσμιο εμπόριο, η μεταστροφή στο ζήτημα της κλιματικής αλλαγής, η γκρίνια ότι οι άλλες χώρες δεν συνεισφέρουν όσο πρέπει στο ΝΑΤΟ, ο ξαναζεσταμένος εθνικισμός τού «πρώτα η Αμερική», όλα αυτά δεν έχουν απήχηση. Ακόμη και επιλογές τους που συντονίζονται με ευρύτερα ρεύματα, όπως για παράδειγμα οι αντιμεταναστευτικές πολιτικές ή οι «φράχτες», δεν αποτελούν ηγεμονικά προτάγματα: πολλοί θέλουν να τα πραγματοποιήσουν, αλλά θεωρούν ότι δεν εντάσσονται στον «αμερικανισμό».

Αντίθετα, η τρέχουσα κινεζική αλλά και ρωσική ρητορική διεκδικεί να βρει περισσότερα ευήκοα ώτα. Η θέση ότι χρειάζεται παγκοσμιοποίηση με βάση τις επενδύσεις και όχι απλώς τις ροές χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων, με σεβασμό στην κυριαρχία των κρατών χωρίς πολλές επεμβάσεις στο εσωτερικό τους (π.χ. για θέματα δικαιωμάτων), η διεκδίκηση ενός κράτους που θα είναι ταυτόχρονα αυταρχικό αλλά και πατερναλιστικό για να εγγυάται την κοινωνική συνοχή, η αντιμετώπιση των μειονοτήτων με επιφύλαξη και όπου χρειαστεί με καταστολή, η διαμόρφωση κρατικοεπιχειρηματικών συμπλεγμάτων, που εξασφαλίζουν ταυτόχρονα τη λειτουργία των αγορών αλλά και τη δυνατότητα παρέμβασης του κράτους, η έμφαση σε συμπαγείς κυβερνήσεις με ηγετικές προσωπικότητες που θα κυβερνάνε με πυγμή και όχι με ατέλειωτη κοινοβουλευτική διαπραγμάτευση, η αξιοποίηση του εθνικισμού αλλά και της ενσωμάτωσης θρησκευτικών και πολιτιστικών παραδόσεων έξω από τον κλασικό φιλελευθερισμό, όλα αυτά σήμερα διεκδικούν μια αυξημένη απήχηση. Μπορεί να μη διεκδικούν ακόμη την ηγεμονία, αλλά, αν μη τι άλλο, διαμορφώνουν όρους μιας άλλης ισορροπίας, ιδίως σε μια εποχή που εξαιτίας της στρατηγικής αμηχανίας της Αριστεράς απουσιάζει ένα ανταγωνιστικό αφήγημα που να εκπροσωπεί με αυτοτελή τρόπο την οπτική των υποτελών τάξεων.

Η αμερικανική αμηχανία

Η μόνη περίοδος κατά την οποία οι ΗΠΑ όντως μοιράστηκαν την παγκόσμια κυριαρχία ήταν όσο υπήρχε η ΕΣΣΔ και αυτό αναγκαστικά, αφού εάν μπορούσαν θα είχαν δοκιμάσει την πολεμική αντιπαράθεση. Από την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, όποια και εάν ήταν η ρητορική, η άρρητη παραδοχή ήταν η σαφής, αδιαμφισβήτητη και αδιαπραγμάτευτη πρωτοκαθεδρία. Το γεγονός ότι για πρώτη φορά αναδεικνύεται μια πιθανότητα, έστω μεσοπρόθεσμα, οι όροι της να τροποποιηθούν αντικειμενικά παράγει εντάσεις. Η εικόνα των ταλαντεύσεων και της εναλλαγής ρεαλισμού και επιθετικότητας είναι ενδεικτική μιας βαθύτερης στρατηγικής αμηχανίας.

Αυτό φορτίζει αναγκαστικά τις περιφερειακές συγκρούσεις, κάνοντας ουσιαστικά πόλεμο δι’ αντιπροσώπων. Και εάν στη Συρία τα πράγματα δείχνουν να παίρνουν τον δρόμο τους, κυρίως λόγω του τρόπου που η Ρωσία κατεξοχήν παίζει παιχνίδι ισορροπιών (σε πείσμα της δαιμονοποίησης  της παρέμβασής της από μερίδα των δυτικών ΜΜΕ) και με τις ΗΠΑ αλλά και με την Τουρκία ή το Ισραήλ, δεν ισχύει το ίδιο σε άλλα μέτωπα. Η εμμονή στις κυρώσεις στη Ρωσία, ο τρόπος που καλούνται να πληρώσουν κόστος ακόμη και μεγάλες αμερικανικές πολυεθνικές, αλλά και χώρες όπως η Γερμανία, όπως και η συνέχιση του σχεδίου ενίσχυσης της νατοϊκής παρουσίας στα δυτικά της Ρωσίας συντείνουν σε αυτό, παρά την προσπάθεια της στενής ομάδας του Τραμπ να ανοίξει έναν δίαυλο επικοινωνίας. Αντίστοιχα, η ενίσχυση της σχέσης με τη Σαουδική Αραβία και η διαμόρφωση και ενός άξονα κατά του Ιράν καλούνται να αντιμετωπίσουν τον κλονισμό της κλιμάκωσης της σύγκρουσης των Σαουδαράβων  με το Κατάρ, χώρα επίσης παραδοσιακή σύμμαχο των ΗΠΑ, η οποία φιλοξενεί και μια πολύ μεγάλη αμερικανική βάση.

Η ένταση φαίνεται και στο ζήτημα της Βόρειας Κορέας. Η Βόρεια Κορέα έχει κλιμακώσει τις επιδείξεις δύναμης, γνωρίζοντας καλά ότι το να κατοχυρωθεί ως πυρηνική δύναμη θα της προσφέρει προστασία. Προφανώς και παρά τις ενθουσιώδεις κραυγές της βετεράνου παρουσιάστριας που ανακοινώνει τις πετυχημένες δοκιμές, η Β. Κορέα απέχει πολύ από το να έχει λειτουργικό διηπειρωτικό πύραυλο (οι ΗΠΑ χρειάστηκαν χρόνια παρότι είχαν ενεργό διαστημικό πρόγραμμα), εντούτοις μπορεί να απειλήσει γειτονικές χώρες. Οι ΗΠΑ δείχνουν να θέλουν να ακολουθήσουν σε μια λογική κλιμάκωσης θεωρώντας ότι αυτό, εκτός των άλλων, σημαίνει και πίεση προς την Κίνα, έστω και εάν μια λογική π.χ. «χειρουργικού χτυπήματος» θα σήμαινε ανεξέλεγκτη κατάσταση στην περιοχή εφόσον οι συμβατικές δυνάμεις της Β. Κορέας παραμένουν μεγάλες. Από την άλλη, κλιμακώνοντας τη στρατιωτική τους παρουσία στην περιοχή επιδιώκουν να στείλουν και μήνυμα προς την Κίνα, που δεν είναι τυχαίο ότι έχει αντιδράσει ιδιαίτερα έντονα στην προοπτική εγκατάστασης αντιβαλλιστικών συστημάτων και των ραντάρ τους στην κορεατική χερσόνησο. Μια Κίνα που εν μέσω αυτών των εντάσεων δεν παραβλέπει να υπενθυμίζει και στη Νότια Κορέα τη σημασία των διμερών οικονομικών σχέσεων.

Τι μπορεί να συμβεί σε αυτό το τοπίο; Από τη μία, λογικά για ένα διάστημα θα βλέπουμε την ενεργό αντίφαση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής με την εναλλαγή οξύνσεων σε διάφορα μέτωπα και ταυτόχρονα περισσότερο ρεαλιστικής διαχείρισης άλλων, μέχρις ότου αποσαφηνιστεί ποια είναι η βασική κατεύθυνση που θα πάρει η πολιτική των ΗΠΑ. Από την άλλη, η ρωσοκινεζική συμμαχία μάλλον θα ενισχύεται. Αυτό θα διαμορφώνει μια ασταθή ισορροπία εντός της οποίας κανείς θα πρέπει να αναμένει διάφορες τοπικές αναφλέξεις και εναλλαγές αποσταθεροποίησης. Την ίδια στιγμή η ειδική βαρύτητα της Δύσης, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θα υποχωρεί ή θα συναντά σαφή ανταγωνισμό. Το εάν αυτό θα επιλυθεί μέσα από την αποδοχή μιας νέας ισορροπίας ή θα πάμε κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με απρόβλεπτες συνέπειες είναι κάτι που μένει να το δούμε.


ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

Παναγιώτης Σωτήρης


O Παναγιώτης Σωτήρης είναι διδάκτορας φιλοσοφίας. Στο UNFOLLOW αρθρογραφεί και δημοσιεύει ρεπορτάζ για πο...