ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΤΟ UNFOLLOW 71

unfollow-sindromes
unfollow-sindromes
UNFOLLOW newsletter
FREE - ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ - UNFOLLOW 53 - ΡΕΠΟΡΤΑΖ - ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η Δημοκρατική Ευρώπη και άλλα παραμύθια

| Τεύχος Μαΐου 2016

Οι ευρωπαίοι πολίτες τακτικά ψηφίζουν και στη συνέχεια κάποιοι –ακόμη πιο τακτικά− νομοθετούν. Όμως αυτά τα δύο δεν δείχνουν να σχετίζονται μεταξύ τους. Μια πραγματικότητα που ομολογείται από πολλούς, κυνικά μάλιστα, στις μέρες μας και ιδίως όταν πρόκειται να εφαρμοστούν μνημόνια.


Νομίζω ότι «ένας από τους λόγους για τους οποίους οι ευρωπαίοι πολίτες αποστασιοποιούνται από το όραμα της Ευρώπης μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι παρεμβαίνουμε σε πάρα πολλούς τομείς της προσωπικής τους ζωής. Σε πολλούς απ’ αυτούς τους τομείς, κάθε χώρα ατομικά βρίσκεται σε καλύτερη θέση να αναλάβει δράση και να περάσει νομοσχέδια». Η δήλωση αυτή δεν ανήκει σε κάποιον άφρονα ευρωσκεπτικιστή, αλλά στον ίδιο τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τον Ζαν Κλωντ-Γιουνκέρ, και έγινε στις 20 Απριλίου, στην κοινοβουλευτική συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Η σκοπιμότητά της αποδόθηκε δημοσιογραφικά στην ανάγκη να γαληνέψει η βρετανική κοινή γνώμη εν όψει της προοπτικής του Brexit. Ταυτόχρονα, όμως, η δήλωση αυτή αποτελεί μια γενική παραδοχή που ταιριάζει γάντι στη ελληνική πραγματικότητα. Σε μια χώρα, δηλαδή, όπου η συντριπτική πλειοψηφία του Κοινοβουλίου της δηλώνει ορκισμένη στο «ευρωπαϊκό όραμα» και αποδεικνύεται απίστευτα δεκτική στις όποιες παρεμβάσεις. Είναι ίσως το καλύτερο παράδειγμα για να αποδείξει κανείς ότι οι δεσμοί «δημοκρατίας» των κρατών-μελών της ΕΕ έχουν πάει από καιρό περίπατο. Τα μνημόνια και ο τρόπος επιβολής τους αποτελούν από μόνα τους ατράνταχτη απόδειξη. Όμως δεν είναι μόνον αυτά.

Η βουλή κυρίως… ενσωματώνει

Από την 1η Ιανουαρίου 2015 έως το τέλος του Απριλίου 2016, η ελληνική κυβέρνηση έφερε στη Βουλή συνολικά 34 νομοσχέδια. Απ’ αυτά, μόλις τα οκτώ ήταν αυτόνομα και ρύθμιζαν ζητήματα εσωτερικής πολιτικής. Τα υπόλοιπα 25 ψηφίστηκαν σχεδόν αυτόματα, αφού επρόκειτο για κείμενα στα οποία το Ελληνικό Κοινοβούλιο δεν μπορούσε να αλλάξει ούτε λέξη. Ένα απ’ αυτά ήταν το νομοσχέδιο εφαρμογής της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας για το προσφυγικό ζήτημα, χωρίς να επιτρέπεται καμία επεξεργασία στα θέματα που ορίζονταν στη σχετική σύμβαση, πέντε αφορούσαν την προσαρμογή του εθνικού δικαίου σε κοινοτικές οδηγίες, τα οποία υιοθετήθηκαν επίσης αυτούσια, και 20 αφορούσαν διεθνείς συμβάσεις της ΕΕ με τρίτες χώρες, που όφειλαν να κυρωθούν αυτολεξεί.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το διάστημα που αναφέρεται έχει επιλεγεί αυθαίρετα, όμως αυτή είναι η πραγματικότητα από τότε που η Ελλάδα εντάχθηκε στην Ευρωζώνη – με ιδιαίτερη ένταση την τελευταία πενταετία. Όπως ανακοίνωσε περιχαρής η Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης στις 20 Μαΐου 2015, η χώρα είναι πρωτοπόρα στην ενσωμάτωση κοινοτικών οδηγιών! Στην ανακοίνωση χαρακτηριστικά αναφέρεται: «Η Ελλάδα επιτυγχάνει για ένατη συνεχή φορά να φέρει εντυπωσιακά και πρωτοφανώς επιτυχημένα αποτελέσματα στην εναρμόνιση του εθνικού δικαίου με τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συγκεκριμένα, βάσει των επίσημων αποτελεσμάτων του Πίνακα Επιδόσεων Ενιαίας Αγοράς Αρ. 30 (Single Market Scoreboard No. 30) για την περίοδο 1η Μαΐου – 30 Οκτωβρίου 2014, που ανακοινώθηκαν στις 14 Απριλίου 2015, η Ελλάδα κατάφερε να μειώσει το έλλειμμα ενσωμάτωσης των Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο ελληνικό δίκαιο στο 0,16%, υπερακοντίζοντας για ακόμη μια φορά την προηγούμενη, επίσης εξαιρετική της επίδοση (2%)». Μάλι-στα συμπληρώνεται ότι «αυτό που χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς είναι ότι η Ελλάδα, τα τελευταία πέντε χρόνια συνεχώς ξεπερνά τους στόχους και τις προσδοκίες». Να σημειωθεί ότι το ποσοστό αυτό προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό επί 100 του αριθμού των ενσωματωμένων οδηγιών, διαιρούμενο με το σύνολο των ευρωπαϊκών οδηγιών.

Andrea-Bonetti-PM-Handout-SOOC

Αν ρίξει κανείς μια σύντομη ματιά στους πίνακες ενσωμάτωσης των ευρωπαϊκών οδηγιών στο ελληνικό δίκαιο, η Ελλάδα φιγουράρει στη δεύτερη θέση ανάμεσα στις 28 χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίθετα, πολύ λιγότερο πρόθυμες είναι χώρες όπως… η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και το Λουξεμβούργο (η χώρα του Γιουνκέρ) που βρίσκονται στη 18η, στη 19η και την 23η θέση αντίστοιχα!

Δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει αν αυτά τα στοιχεία είχε στο μυαλό του ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Νίκος Ξυδάκης, όταν στις 14 Απριλίου, στην επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Βουλής, και μάλιστα σε ενημέρωση από το γραφείο της Κομισιόν για τις σχέσεις της Επιτροπής με τα εθνικά κοινοβούλια, σχολίασε σκωπτικά: «Είμαστε εκλεγμένοι και γνωρίζουμε ότι αυτά που αποφασίζονται στις Βρυξέλλες με τη συμβολή των κρατών-μελών και από πολιτικούς, όχι μόνο από γραφειοκράτες, επηρεάζουν τις ζωές μας σε βάθος πολλών ετών. Θεσπίζονται πράγματα που δεν αντιλαμβανόμαστε ούτε καν εμείς, πόσον μάλλον οι πολίτες. Ωστόσο, εγώ θαυμάζω και τη δική σας και τη δική μου πείσμονα προσήλωση των ελλήνων βουλευτών και των ελλήνων πολιτών εν γένει σε αυτή την ιδέα της ΕΕ, η οποία όλο και πιο αόριστη και πιο απόμακρη γίνεται».

Το σίγουρο είναι ότι ο εκπρόσωπος της Κομισιόν στην Ελλάδα, Πάνος Καρβούνης, «τρόλαρε» στην ίδια συνεδρίαση όταν υποστήριζε πως «είναι μια υποστηρικτική στάση αυτή που έχει η ΕΕ, δηλαδή δεν μπορεί να νομοθετήσει για τα θέματα υγείας η ΕΕ. Δεν μπορεί να νομοθετήσει για τα θέματα εκπαίδευσης η ΕΕ. Νομοθετεί η ίδια η χώρα, είναι μια αρμοδιότητα που δεν της έχει εκχωρηθεί» και αμέσως μετά αναγνώρισε ότι «υπάρχει η στενότητα η οικονομική που μας επιβάλλεται από το μνημόνιο, αλλά θα έλεγα είναι ζήτημα, επίσης, εθνικής πολιτικής». Λες και μπορεί να ασκήσει ένα κράτος «εθνική πολιτική» χωρίς να ελέγχει την οικονομία του!

Ευρωκοινοβούλιο: η «δημοκρατική» πλευρά της ΕΕ

Ένας από τους επικρατέστερους ευρωπαϊκούς μύθους είναι η ύπαρξη και λειτουργία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ως θεσμού που εγγυάται τη δημοκρατική λειτουργία της Κομισιόν. Βασικό επιχείρημα είναι η άμεση εκλογή των μελών του από τους ευρωπαίους πολίτες και η πανσπερμία των απόψεων που εκφράζονται σε αυτό. Αξίζει, λοιπόν, να εξετάσει κανείς το ρόλο που φαίνεται να παίζει στην υπόθεση της Ελλάδας και κατά πόσο αποτελεί παράγοντα… εκδημοκρατισμού στην τρέχουσα διαδικασία συμφωνίας και εφαρμογής των μνημονίων.

Η περίφημη εμπλοκή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στον έλεγχο του ελληνικού προγράμματος ήταν ένα από τα στοιχεία που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ πρόβαλε ήδη από το πρώτο επτάμηνο της διακυβέρνησής της. Μάλιστα, παρουσιάστηκε ως «επιτυχία του Τσίπρα», με κορύφωση των προσπαθειών την παρουσία του πρωθυπουργού, στις 8 Ιουλίου 2015, στην Ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου. Η ίδια «επιτυχία» αποτέλεσε κεντρικό θέμα στη ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ πριν από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου, αλλά επιστρατεύθηκε και πιο πρόσφατα, στο ταξίδι-αστραπή του Αλέξη Τσίπρα σε Παρίσι και Βρυξέλλες στις 14 Απριλίου, όπου συναντήθηκε, μεταξύ άλλων, με τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Μάρτιν Σούλτς, καθώς και με τον κατεξοχήν αρμόδιο, τον πρόεδρο της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Ρομπέρτο Γκουαλτιέρι.

Μόνο που την αξία της εμπλοκής του Ευρωκοινοβουλίου την είχαμε καταλάβει νωρίτερα, στο πλαίσιο των διακοινοβουλευτικών επαφών της επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Ελληνικής Βουλής. Στις 30 Μαρτίου 2016, στην κοινή συνεδρίαση των επιτροπών Οικονομικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, ο Ρομπέρτο Γκουαλτιέρι, ως επικεφαλής τετραμελούς επιτροπής για την εποπτεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην ελληνική συμφωνία, περιέγραψε ως θέση του Ευρωκοινοβουλίου επακριβώς το πλαίσιο της διαπραγμάτευσης το οποίο σήμερα η κυβέρνηση εμφανίζει ως ασφυκτικό.

Ο Γκουαλτιέρι ξεκαθάρισε ότι το Ευρωκοινοβούλιο δεν είναι «αποκούμπι», όπως το περιέγραφε ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε πρόκειται να βοηθήσει στην ελάφρυνση του προγράμματος, ενώ αποσαφήνισε ότι δεν τίθεται ζήτημα μείωσης του χρέους (παραθέτουμε από τα πρακτικά): «Ελπίζουμε και εμείς πως η αξιολόγηση θα κλείσει σύντομα με επιτυχία. Κατανοούμε βέβαια πως αυτό από μόνο του είναι σημαντικό, αλλά παράλληλα θα επιτρέψει να αντιμετωπιστεί επιτέλους το σημαντικό θέμα του χρέους και της ελάφρυνσης αυτού που θεωρούμε σημαντικό και φαντάζομαι πως αυτό θα γίνει στο πλαίσιο όχι ενός κουρέματος, βέβαια, αλλά θα είναι μια σχετική ελάφρυνση που είναι απαραίτητη».

Επίσης, ο Γκουαλτιέρι υποστήριξε ξεκάθαρα τη «γραμμή» των προαπαιτούμενων, σημειώνοντας ότι «το πρόγραμμα αυτό χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι είναι εμπροσθοβαρές. Έχουμε και προαπαιτούμενα τα οποία πρέπει να κλείσουν για να κλείσει η αξιολόγηση, άρα λοιπόν εξαρτάται και από το Ελληνικό Κοινοβούλιο να προχωρήσει και να παραδώσει αυτά τα οποία είναι απαραίτητα για να εφαρμοστούν, τα μέτρα που συμφωνήθηκαν». Και βέβαια τάχθηκε υπέρ της λήψης μέτρων επιπλέον της συμφωνίας της 12ης Ιουλίου, αφού «οι ευρωπαϊκοί θεσμοί που έχουν θέσει τους θεσμούς το έχουν κάνει σε μια ρεαλιστική βάση, ελπίζουμε πως το ίδιο θα πιστέψει και το ΔΝΤ και θα συγκλίνει προς αυτή την εκτίμηση αλλά χρειάζεται ακόμα προσπάθεια, ακόμα κάποια μέτρα»! Άνθρακες ο θησαυρός…

Εξάλλου, ήταν η γαλλίδα ευρωβουλευτής και εκπρόσωπος των σοσιαλιστών, Μπερές Περβάνς, αυτή που είχε θέσει στην ίδια συνεδρίαση την αναγκαιότητα «ιδιοκτησίας» του προγράμματος που θα προκύψει από τις διαπραγματεύσεις τόσο από το σύνολο του πολιτικού κόσμου όσο και από την κοινωνία. Όπως δήλωσε, «δεν θα πετύχετε ποτέ εάν η Ελλάδα δεν αποφασίσει πως οι μεταρρυθμίσεις αυτές είναι δικό της θέμα και δεν αναλάβουν και δεν στρατευθούν υπέρ αυτών όλες οι πολιτικές ομάδες», προσθέτοντας μάλιστα: «Πού μπορείτε να βασιστείτε; Στις ενώσεις, στα συνδικάτα, στους εμπλεκόμενους, οι οποίοι έχουν συμφέρον οι μεταρρυθμίσεις αυτές να πετύχουν»! Είδες για να είναι κανείς σοσιαλιστής;

Ιδιαιτέρως… σαφής για την επίσκεψη του κλιμακίου της Ευρωβουλής στην Αθήνα ήταν ο Ζαν Αρτουί, ευρωβουλευτής των Φιλελεύθερων (και παρεμπιπτόντως διαμορφωτής του περίφημου γαλλικού Συμφώνου Σταθερότητας) σημειώνοντας ότι «εμείς, γύρω από τον Πρόεδρο Γκουαλτιέρι, είμαστε εδώ για να επαληθεύσουμε, να βεβαιωθούμε ότι γίνονται οι μεταρρυθμίσεις και ότι οι νομοθετικές πράξεις συνδέονται με την πράξη στην οικονομία ότι γίνονται και υλοποιούνται εντέλει».

Άραγε, τι περισσότερο θα έπρεπε να πουν οι εκπρόσωποι του Ευρωκοινοβουλίου για να καταλάβει ακόμη και ο πλέον ανυποψίαστος το ρόλο του στην όλη υπόθεση; Όχι απλώς δεν αποτελεί παράγοντα «θεσμικού ελέγχου» της διαπραγμάτευσης κυβέρνησης-δανειστών, αλλά αντίθετα έναν ακόμη μοχλό πίεσης. Όχι μόνο δεν ενδιαφέρεται για τις επιπτώσεις του προγράμματος στον ελληνικό λαό, αλλά είναι απλώς ένας ακόμη επόπτης εφαρμογής των μνημονίων. Όποιος αναζητά δημοκρατία, σίγουρα δεν θα τη βρει στην ΕΕ.