unfollow-sindromes
unfollow-sindromes
UNFOLLOW newsletter
FREE - ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ - UNFOLLOW 68 - ΑΡΘΡΑ - ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ

Αντιρατσιστικός νόμος: Χρήσιμος και αναγκαίος

| Τεύχος Αύγουστος 2017

Ο αντιρατσιστικός νόμος τυποποιεί ως αδίκημα μια συγκεκριμένη συμπεριφορά με ιδιαίτερη κοινωνική απαξία και απαντά σε ένα υπαρκτό και ζέον πρόβλημα: η ελληνική κοινωνία κινδυνεύει από τον πολύ, διάχυτο και θεσμοποιημένο ρατσισμό και σεξισμό, από το νεοναζιστικό και εθνικιστικό κύμα και όχι από την πολλή «πολιτική ορθότητα».


Τον Δεκέμβριο  του 1965  η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ  υιοθέτησε  το κείμενο της Διεθνούς Σύμβασης για την Κατάργηση  κάθε Μορφής Φυλετικών Διακρίσεων. Η Σύμβαση προβλέπει ότι τα κράτη πρέπει να ποινικοποιήσουν τη διάδοση ιδεών που βασίζονται στη φυλετική ανωτερότητα και το φυλετικό μίσος, την παρότρυνση  σε φυλετικές διακρίσεις και την παρότρυνση σε πράξεις βίας για ρατσιστικούς ή φυλετικούς  λόγους. Η εποχή υιοθέτησής του δεν είναι τυχαία: το κίνημα πολιτικών δικαιωμάτων στις ΗΠΑ βρίσκεται στην ακμή του, ο κόσμος αλλάζει, ο Μάης  του ’68 είναι προ των πυλών. Η Ελλάδα κύρωσε τη Σύμβαση το 1970 και ήταν από τις πρώτες χώρες που το ενσωμάτωσαν στην εθνική τους νομοθεσία• οι ΗΠΑ το υπέγραψαν μεν το 1966, αλλά το κύρωσαν μόλις το 1994 επί προέδρου Κλίντον – ειρωνικά, την ίδια χρονιά με τη Νότιο Αφρική, που έβγαινε τότε από τον εφιάλτη του Απαρτχάιντ.

Το 1979 η Ελλάδα, θέλοντας να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που απορρέουν  από τη Σύμβαση, ποινικοποίησε: πρώτον, την εκ προθέσεως  προτροπή  σε πράξεις που μπορούν να προκαλέσουν μίσος ή βία κατά προσώπων λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής τους. Δεύτερον, τη συμμετοχή σε οργανώσεις που προπαγανδίζουν οργανωμένα τη φυλετική ανωτερότητα. Τρίτον, τη δημόσια έκφραση ιδεών που προσβάλλουν πρόσωπα ή ομάδες προσώπων  λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής τους. Αυτό το σημείο είναι που ενοχλεί όσους ασκούν κριτική στον αντιρατσιστικό νόμο: η ποινικοποίηση του μισαλλόδοξου λόγου, του hate speech. Ο ΟΗΕ επέμενε –και επιμένει– ότι η ποινικοποίησή του είναι υποχρέωση που απορρέει από τη Σύμβαση και χώρες που δεν έχουν απαγορεύσει το hate speech, όπως οι ΗΠΑ, ελέγχονται από τον Οργανισμό. Τέταρτον, την άρνηση παροχής υπηρεσιών ή πώλησης αγαθών  σε πρόσωπα λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής τους.

Το 2014 ο αντιρατσιστικός νόμος τροποποιήθηκε με διακηρυγμένο στόχο να συμμορφωθεί με τη νομοθεσία της ΕΕ για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Μετά την τροποποίηση του ν. 927/1979  τα ανωτέρω σημεία τροποποιήθηκαν ως εξής:

Πρώτον, ο νόμος τιμωρεί πλέον την «υποκίνηση, πρόκληση, διέγερση ή προτροπή» (τέσσερις λέξεις με παραπλήσιο νομικό περιεχόμενο) σε «πράξεις ή ενέργειες» που μπορούν να προκαλέσουν  «διακρίσεις, μίσος ή βία» κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων. Εκτός από τις ομάδες που μπορούν να προσδιοριστούν  με βάση τη φυλή και την εθνική καταγωγή, ο νόμος επεκτείνει την προστασία του και στις ομάδες που προσδιορίζονται με βάση το χρώμα, τη θρησκεία, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου ή την αναπηρία. Τέλος, ο νόμος  θέτει ως προϋπόθεση της τιμωρίας  το να έγινε η ανωτέρω πράξη κατά τρόπο που εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή ενέχει απειλή για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα προσώπων.

Δεύτερον, ο νόμος τιμωρεί πλέον τη συμμετοχή σε οργανώσεις  που  επιδιώκουν συστηματικά  την τέλεση των παραπάνω πράξεων  – και όχι σε οργανώσεις που γενικά προπαγανδίζουν τη φυλετική ανωτερότητα.

Τρίτον, ο άνευ ετέρου μισαλλόδοξος λόγος (hate speech) αποποινικοποιήθηκε.

Το τέταρτο σημείο καταργήθηκε  ήδη το 2005 γιατί ενσωματώθηκε σε ευρύτερη νομοθεσία για τις διακρίσεις στην παροχή υπηρεσιών ή την πώληση αγαθών.

Εξάλλου, ο νόμος προβλέπει πλέον ειδικές διατάξεις για την ευθύνη νομικών προσώπων  για τα ανωτέρω αδικήματα και για την τέλεσή τους μέσω Διαδικτύου,  ενώ αναγνωρίζει επιβαρυντικές  περιστάσεις όταν η πρόκληση, προτροπή, διέγερση ή υποκίνηση  οδήγησε πράγματι στην τέλεση εγκλήματος και όταν ο δράστης είναι δημόσιος λειτουργός ή υπάλληλος κατά την άσκηση των καθηκόντων του.

Επίσης, ο νόμος τιμωρεί και την υποκίνηση ή προτροπή σε φθορά ή βλάβη πραγμάτων (βεβιασμένη μάλλον αντίδραση του νομοθέτη  στο περιστατικό που είχε σημειωθεί με τον αστυνομικό  που φέρεται να έσκισε το Κοράνι δημοσίως). Και το νέο στοιχείο: ο νόμος ποινικοποιεί πλέον την επιδοκιμασία ή την κακόβουλη άρνηση του Ολοκαυτώματος  και όσων εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας  έχουν αναγνωριστεί με αποφάσεις  διεθνών  δικαστηρίων  [ή της Βουλής των Ελλήνων,  αλλά αυτό το τελευταίο κρίθηκε ήδη από τα δικαστήρια  αντίθετο στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση  Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ)],  υπό τον όρο ότι αυτή η άρνηση ή επιδοκιμασία γίνεται κατά τρόπο που μπορεί να υποκινήσει βία ή μίσος ή ενέχει απειλητικό ή υβριστικό χαρακτήρα κατά ομάδας προσώπων.

U68_Gramatidis_960

Ας κρατήσουμε λοιπόν ότι στην Ελλάδα δεν απαγορεύεται να είσαι ρατσιστής ή ομοφοβικός γενικώς. Δεν απαγορεύεται να λες ότι είσαι ρατσιστής ή ομοφοβικός. Δεν απαγορεύεται να θες να πείσεις και τους άλλους να γίνουν σαν εσένα. Εξ ου και δεν ασκείται ποινική δίωξη κάθε φορά που μιλάει ένας χρυσαυγίτης. Απαγορεύεται μόνο να προτρέπεις σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν μίσος ή βία κατά τρόπο που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα προσώπων.

Παρότι αντιδράσεις  υπήρξαν και κατά την ψήφιση της τροποποίησης  του αντιρατσιστικού νόμου το 2014, η μεγαλύτερη συζήτηση έγινε όταν παραπέμφθηκε σε δίκη η συγγραφέας Σώτη Τριανταφύλλου για άρθρο της αναφερόμενο στο Ισλάμ και τους μουσουλμάνους. Πάρα πολλοί συμπολίτες μας θεώρησαν ότι η κυρία Τριανταφύλλου  διώκεται για τις απόψεις της και ότι τέτοιος περιορισμός της ελευθερίας της έκφρασης δεν μπορεί να γίνει συνταγματικά ανεκτός. Εάν πράγματι η ένσταση αφορά μόνο την εφαρμογή του νόμου στην περίπτωση  της κυρίας Τριανταφύλλου, καταρχάς θα πρέπει να περιμένουμε να δούμε εάν θα καταδικαστεί ή όχι (ο νόμος δεν αρκείται στο ότι κάποιος είπε κάτι ρατσιστικό ή μισαλλόδοξο, αλλά απαιτεί για την καταδίκη να μπορούσε το λεχθέν να διακινδυνεύσει  τη δημόσια τάξη, πράγμα που μένει να αποδειχθεί). Δεύτερον και κυριότερον, ακόμη κι αν δεχθούμε ως υπόθεση εργασίας ότι ο νόμος εφαρμόστηκε με αντισυνταγματικό τρόπο σε μία περίπτωση, αυτό δεν σημαίνει ότι ο νόμος πρέπει να εκλείψει.

Για να δώσω ένα παράδειγμα, με τον ν. 927/1979  (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του) έχει καταδικαστεί ο υποψήφιος της Χρυσής Αυγής Α. Πλωμαρίτης που εμφανίστηκε σε τηλεοπτική συνέντευξη και δήλωσε ότι «είμαστε έτοιμοι να ανοίξουμε τους φούρνους» και «να κάνουμε τους λαθρομετανάστες σαπούνια, αλλά όχι σαπούνια για ανθρώπους, μη βγάλουμε καμιά καντήλα, θα τα έχουμε σαπούνια για τα αμάξια, σαπούνια για τα πεζοδρόμια» και επίσης ότι «θα κάνουμε λαμπατέρ από το δέρμα τους, θα πάρουμε τα δόντια για κομπολόγια». Εάν όσοι ενίστανται στον αντιρατσιστικό νόμο ισχυρίζονται ότι ο Πλωμαρίτης δεν θα έπρεπε να έχει διωχθεί, δεν μπορώ να συμφωνήσω ούτε νομικά ούτε πολιτικά.

Αφενός  νομικά: η ελευθερία  της έκφρασης  δεν είναι «απόλυτο» δικαίωμα στην Ελλάδα. Το Σύνταγμά  μας την αναγνωρίζει και την προστατεύει, αλλά με την επιφύλαξη ότι ο νόμος μπορεί να την περιορίσει εάν αυτό είναι αναγκαίο για να προστατευθούν άλλα συνταγματικής αξίας αγαθά. Η ΕΣΔΑ  λέει περίπου το ίδιο: ότι η ελευθερία της έκφρασης δεν μπορεί να είναι απόλυτη σε μια ευνομούμενη πολιτεία.

Αλλά αυτά είναι γνωστά. Ας μην κοροϊδευόμαστε, το θέμα είναι πολιτικό: κανείς δεν αμφισβητεί ότι αυτό λέει το Σύνταγμα. Εκείνο που λένε ορισμένοι συμπολίτες μας είναι ότι οι επιτρεπτοί περιορισμοί στην ελευθερία της έκφρασης θα έπρεπε να είναι πολύ λιγότεροι. (Σημειωτέον  ότι κανείς εξ όσων γνωρίζω δεν ισχυρίζεται ότι η ελευθερία έκφρασης πρέπει να είναι κυριολεκτικά «απόλυτη» και είναι άδικο να στήνεται ως straw man αυτό το δήθεν επιχείρημα προκειμένου να αποδομηθεί  ευκολότερα – ο καβγάς γίνεται για το πόσο μικροί ή μεγαλύτεροι είναι οι αναγκαίοι περιορισμοί, αλλά όλοι συμφωνούν  ότι καμία ελευθερία δεν είναι «απόλυτη»).

Το πολιτικό επίδικο είναι λοιπόν εάν ο λόγος πρέπει να τιμωρείται μόνο όταν συνδέεται  άμεσα και προδήλως με πράξεις (άμεση προτροπή σε βία, π.χ. «σκοτώστε τον») ή με σωματικό κίνδυνο  (π.χ. η κραυγή  «φωτιά» σε ένα γεμάτο σινεμά που οδηγεί σε ποδοπάτημα) ή εάν, αντίθετα, ο λόγος που αμφισβητεί το δικαίωμα ισότιμης συμμετοχής στην κοινωνία μιας ομάδας  προσώπων ή που δημιουργεί εχθρικό κοινωνικό περιβάλλον για τα μέλη της ομάδας αυτής μπορεί να αντιμετωπίζεται και αυτός με το ποινικό οπλοστάσιο της πολιτείας. Με άλλες λέξεις, εάν ο λόγος που κατατείνει σε συγκεκριμένα αποτελέσματα (υποκίνηση  βίας ή μίσους με τρόπο που διακινδυνεύει τη δημόσια τάξη) είναι και αυτός τελικά «πράξη» για τους σκοπούς του ποινικού δικαίου.

Προσωπικά πιστεύω ότι ο νόμος είναι αναγκαίος και χρήσιμος, παρότι εν μέρει ασαφώς διατυπωμένος, όπως δυστυχώς πολλοί νόμοι. Τυποποιεί εντέλει ως αδίκημα μια συγκεκριμένη συμπεριφορά με ιδιαίτερη κοινωνική απαξία και απαντά σε ένα υπαρκτό και ζέον πρόβλημα: Η ελληνική κοινωνία κινδυνεύει από τον πολύ, διάχυτο και θεσμοποιημένο ρατσισμό και σεξισμό, από το νεοναζιστικό και εθνικιστικό κύμα και όχι από την πολλή «πολιτική ορθότητα». Η ποινικοποίηση της διακινδύνευσης της δημόσιας τάξης μέσω της προτροπής σε μίσος κατά ευπαθών ομάδων διαθέτει ηθικό και πολιτικό έρεισμα. Η στάθμιση με την ελευθερία της έκφρασης, ώστε η εφαρμογή του νόμου να γίνεται με συνταγματικώς ανεκτό τρόπο πρέπει να θεωρείται δεδομένη,  αφού την επιτάσσει το Σύνταγμα. Και ακριβώς με τις νομικές και διαδικαστικές εγγυήσεις που ισχύουν κατά την απονομή της δικαιοσύνης μπορεί να διασφαλιστεί ότι ο νόμος δεν θα χρησιμοποιηθεί ως απλό όπλο δίωξης αντιδημοφιλών  απόψεων.