unfollow-sindromes
unfollow-sindromes
UNFOLLOW newsletter
FREE - ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ - UNFOLLOW 68 - ΡΕΠΟΡΤΑΖ - ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αλλήθωρη δικαιοσύνη

| Τεύχος Αυγούστου 2017

Η κόντρα της κυβέρνησης με τη Δικαιοσύνη προσπαθεί να ικανοποιήσει ένα κομματικό ακροατήριο, την ώρα που διευκολύνει μια πολιτική που απέχει από το να φέρει τομές. Κοινώς, η Δικαιοσύνη δεν είναι τυφλή, αλλά αλλήθωρη.


Η ανακοίνωση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων στις 23 Ιουλίου ήταν από τις πιο σκληρές, καθώς κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι μεθοδεύει την «υποταγή και χειραγώγηση της Δικαιοσύνης ώστε να λειτουργεί όχι ως ανεξάρτητη εξουσία αλλά ως κυβερνητικός μηχανισμός. Υπουργοί και Βουλευτές εκτοξεύουν καθημερινά αστήρικτες κατηγορίες σε βάρος Δικαστών και Εισαγγελέων […] Επιχειρούν έτσι να τρωθεί το κύρος της Δικαιοσύνης ώστε να μπορούν να την ελέγχουν […] ακολουθώντας το παράδειγμα της Τουρκίας και της Πολωνίας […] Ο δικαστικός έλεγχος των νόμων […] θεωρείται πλέον εμπόδιο στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς […] Εμποδίσαμε ακόμη τους σχεδιασμούς κυβερνητικών παραγόντων σε σειρά ζητημάτων που αφορούσαν νομοθέτηση αντίθετη προς το Σύνταγμα και το Ευρωπαϊκό δίκαιο […] Στην απόπειρα ελέγχου και υποταγής της Δικαιοσύνης, χρησιμοποίησαν από τότε τους πιο βρώμικους μηχανισμούς που διαθέτει το Κράτος: το παρακράτος ευτυχώς ελάχιστων διαθέσιμων “δημοσιογράφων” – έμμισθων κονδυλοφόρων […] η ελληνική κοινωνία αντιλαμβάνεται τους τεράστιους κινδύνους που ελλοχεύουν από μια αδηφάγο εκτελεστική εξουσία, που επιθυμεί με τη χρήση κάθε μέσου να δρα ανεξέλεγκτη, τη στιγμή που η εμπιστοσύνη των πολιτών σ’ αυτήν ως θεσμού αγγίζει μετά βίας το 13% (το χαμηλότερο σε όλες τις Ευρωπαϊκές Χώρες)».

Αφορμή αυτή ήταν δημοσίευμα της εφημερίδας Documento που υποστήριζε ότι ο Χ. Αθανασίου, πρώην δικαστικός, υπουργός και νυν βουλευτής της ΝΔ, συνέβαλε στην αποφυλάκιση εμπόρου ναρκωτικών, αλλά και ότι συνεργάτες του, συμπεριλαμβανομένου του νυν α΄ αντιπροέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων Παναγιώτη Λυμπερόπουλου, εμπλέκονταν σε συναλλαγή για ευνοϊκή μεταχείριση διωκόμενου για το σκάνδαλο των υποβρυχίων του Πολεμικού Ναυτικού. Την υπόθεση υιοθέτησε η κυβέρνηση με ανακοίνωση από το Μαξίμου να αναφέρει ότι «Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, ως επαγγελματικό σωματείο, καλό θα ήταν να μην παρασύρεται σε ρόλο γραφείου τύπου της ΝΔ. Η ίδια η ΝΔ όμως και ιδιαίτερα ο κος Μητσοτάκης οφείλουν να απαντήσουν ευθέως για τον πρώην υπουργό και στενό του συνεργάτη: Έδωσε ο κύριος Αθανασίου χάρη σε έμπορο κοκαΐνης; Ελέγχονται από τη Δικαιοσύνη συνεργάτες του μετά από καταθέσεις για πιθανό χρηματισμό;»

Η σύγκρουση αυτή δεν συμβαίνει για πρώτη φορά. Είχαν προηγηθεί και άλλες αντιπαραθέσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση και την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, όπως για παράδειγμα το καλοκαίρι του 2016 όταν με αφορμή την καθυστέρηση στην εκδίκαση της πολύκροτης υπόθεσης Siemens, ο τότε υπουργός Νίκος Παρασκευόπουλος είχε ασκήσει κριτική στους δικαστικούς για να απαντήσει η Ένωση ότι «Η επιχειρούμενη, ευτυχώς από ελάχιστους πολιτικούς και μη, απαξίωση της Δικαιοσύνης  και των λειτουργών της δημοσίως (μέσω των ΜΜΕ κ.λπ.) […] αφ’ ενός μεν αποτελεί άκρα συκοφαντία κατά της ισότιμης και ισόκυρης με την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, δικαστικής εξουσίας, αφ’ ετέρου δε δημιουργεί στους πολίτες ανασφάλεια».

Υπουργοί της κυβέρνησης έχουν επιτεθεί στους δικαστικούς. Ο υπουργός Επικρατείας Χρ. Βερναρδάκης μίλησε για «υπερσυντηρητικό θύλακα μέσα στη Δικαιοσύνη, ο οποίος στην πραγματικότητα επιχειρεί να επέμβει στη νομοθετική και πολιτική εξουσία», οδηγώντας σε δικαιοσύνη «ανοικτά πολιτικοποιημένη, ταξική και κοινωνικά άδικη». Ο Παύλος Πολάκης κάνει αναρτήσεις για «ταξικές αποφάσεις», ο Σταύρος Κοντονής δήλωσε ότι ήταν «δυσάρεστη έκπληξη» η απόφαση του πενταμελούς εφετείου αναστολών για την Ηριάννα Β. Λ.

Από τη μεριά της η ΝΔ τροφοδοτεί αυτή την αντιπαράθεση μέσα από το αφήγημά της ότι ο ΣΥΡΙΖΑ συμπεριφέρεται ως επίδοξος μιμητής της κυβέρνησης Μαδούρο, παρεμβαίνοντας στη Δικαιοσύνη και υπονομεύοντας τους θεσμούς και τη δημοκρατία. Χαρακτηριστικό και το απόσπασμα από πρόσφατη ανακοίνωσή της: «Όταν οι Έλληνες δικαστές αισθάνονται διαρκείς παρεμβάσεις από την κυβερνητική εξουσία, η Δημοκρατία στη χώρα μας δεν βρίσκεται σε καλό δρόμο».

Η Δικαιοσύνη ποτέ δεν ήταν τυφλή

Η Δικαιοσύνη δεν είναι ούτε ουδέτερη ούτε ενιαία. Επηρεάζεται από τον συνολικό πολιτικό συσχετισμό και τον αντανακλά. Είναι ένα αντηχείο των πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων, στο οποίο γίνονται άμεσα και έμμεσα παρεμβάσεις και το οποίο λειτουργεί συχνά ως «βαθύ κράτος» όχι μόνο με την έννοια της αδιαφάνειας, αλλά και της θεσμικής συνέχειας, ως μηχανισμός από τη φύση του συντηρητικός και καθεστωτικός.

Τη δεκαετία του 1990 η καναδική εταιρεία TVX Gold ξεκίνησε την προσπάθεια εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων χρυσού στη Χαλκιδική, για να ναυαγήσει οριστικά η επένδυση το 2003, ως αποτέλεσμα και των αντιδράσεων των κατοίκων και των αποφάσεων του Ε΄ Τμήματος του ΣτΕ. Μερικά χρόνια αργότερα και παρά την ακόμη μεγαλύτερη αντίδραση των κατοίκων, το ίδιο δικαστήριο που θα κάνει αποδεκτές κρίσιμες πλευρές των περιβαλλοντικών όρων για την επένδυση της Eldorado Gold στην ίδια περιοχή δείχνει ότι τα δικαστήρια ακολουθούν την εξέλιξη των πολιτικών και θεσμικών πραγμάτων. Όταν ανάγεται το συμφέρον των επενδυτών σε υπέρτατο κανόνα, τότε θα ακολουθήσουν τα δικαστήρια.

Συχνά οι κυβερνήσεις χρησιμοποίησαν τις δικαστικές αποφάσεις για να αποφύγουν την πολιτική τους ευθύνη. Όταν θεσμοθετήθηκε η συνταγματική απαγόρευση της μονιμοποίησης συμβασιούχων και επειδή υπήρχε τεράστια κοινωνική πίεση, δικαστικές αποφάσεις έδωσαν το «πάτημα» για το ΠΔ 164/2004 («ΠΔ Παυλόπουλου»), το οποίο επέτρεψε τη μετατροπή πλήθους διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου. Όταν το κλίμα άρχισε να αλλάζει, αποφάσεις π.χ. του Ελεγκτικού Συνεδρίου επανέφεραν στο προσκήνιο την απαγόρευση των μονιμοποιήσεων.

Σημείο καμπής ήταν τα μνημόνια ως μια συνολική μετατόπιση του πολιτικού συστήματος, των όρων άσκησης πολιτικής με βασικά κριτήρια τις απαιτήσεις των δανειστών, τις «ανάγκες της οικονομίας», την ακυρωμένη λαϊκή κυριαρχία. Αυτό το αποδέχτηκαν και τα ανώτατα δικαστήρια. Η αποδοχή από το ΣτΕ της νομιμότητας του πρώτου μνημονίου στο όνομα του «δημόσιου συμφέροντος» σηματοδότησε την κρίσιμη μετατόπιση: «Η θεσπισθείσα με τους νόμους 3833/2010 και 3845/2010 περικοπή αποδοχών και επιδομάτων εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και συνταξιοδοτικών παροχών αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προωθήσεως διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο, συνολικώς εφαρμοζόμενο, αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση της κατά την εκτίμηση του νομοθέτη άμεσης ανάγκης καλύψεως οικονομικών της χώρας όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής της καταστάσεως, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν κατ’ αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος». Δεν είναι τυχαίο ότι, για παράδειγμα, το ΣτΕ και άλλα δικαστήρια θα αποδεχτούν ως συνταγματικές τις περικοπές των συντάξεων του 2010 και του 2011 και θα έχουν αντίρρηση μόνο γι’ αυτές του 2012, ενώ πρόσφατα το ΣτΕ έκρινε σύννομη την πώληση των 14 περιφερειακών αεροδρομίων στη Fraport.

Φωτογραφία: Νίκος Παλαιολόγος / SOOC

Φωτογραφία: Νίκος Παλαιολόγος / SOOC

Η Δικαιοσύνη ήταν πάντα ένας χώρος όπου μπορεί να ασκηθεί οικονομική και πολιτική επιρροή. Οι έρευνες, οι διώξεις και οι καταδίκες για «παραδικαστικά κυκλώματα» είναι μια υπενθύμιση ότι κάποιοι μηχανισμοί, που έναντι του ανάλογου αντιτίμου εξασφαλίζουν τις ορθές αποφάσεις, ήταν και παραμένουν ενεργοί. Όπως, επίσης, είναι σαφές ότι πολιτικά και επιχειρηματικά κέντρα μπορούν να εξασφαλίσουν ευνοϊκότερη μεταχείριση από το δικαστικό σώμα. Όχι μόνο γιατί μπορούν να απολαμβάνουν πολύ καλύτερες δικηγορικές υπηρεσίες και έτσι θα εκμεταλλευτούν και το παραμικρό «παραθυράκι» του νόμου, αλλά επειδή η θέση ή η οικονομική και πολιτική βαρύτητα καθενός μετράει στο πώς αντιμετωπίζεται. Συχνά δικαστικοί επικοινωνούν με πολιτικά πρόσωπα για να πάρουν «γραμμή» για υποθέσεις. Πρόσφατα, ο Παναγιώτης Πικραμμένος, πρώην πρόεδρος του ΣτΕ και υπηρεσιακός πρωθυπουργός από τον Μάιο έως τον Ιούνιο του 2012, έγραψε για το πώς όντας εν ενεργεία δικαστής του ΣτΕ είχε για πολλά χρόνια συστηματική επικοινωνία με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, συζητώντας και ζητήματα που άπτονταν των δικαστικών καθηκόντων του.

Τα πραγματικά όρια της κόντρας κυβέρνησης  και δικαστών

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν έκανε στην πραγματικότητα μεγάλες παρεμβάσεις στον χώρο της Δικαιοσύνης. Σε θεσμικό επίπεδο ουσιαστικά είχαμε μόνο τις βελτιωτικές παρεμβάσεις του Νόμου Παρασκευόπουλου ως προς ορισμένες από τις ακρότητες που είχαν συσσωρευτεί στο ποινικό και σωφρονιστικό οπλοστάσιο (κατάργηση φυλακών «Γ», βελτίωση των δυνατοτήτων υφ’ όρων απόλυσης, δυνατότητα κατ’ οίκον έκτισης της ποινής κτλ.).

Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα δεν είχε προσβάσεις στον χώρο της Δικαιοσύνης, όπως το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ. Αυτό γεννούσε τον φόβο ότι εχθρικά δικαστήρια θα έβαζαν τρικλοποδιές. Αντίθετα, ιδίως η ΝΔ διέθετε έναν αρκετά ισχυρό μηχανισμό μέσα στη Δικαιοσύνη, στη διαχείριση του οποίου παίζει σημαντικό ρόλο ο Χαράλαμπος Αθανασίου, πρώην Αρεοπαγίτης, πρώην πρόεδρος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και πρώην υπουργός Δικαιοσύνης. Ο ΣΥΡΙΖΑ κυρίως επένδυσε στην προσπάθεια μέσω ενός τμήματος της «καραμανλικής Δεξιάς» να αποκτήσει κάποια πρόσβαση στο εσωτερικό της Δικαιοσύνης με την τοποθέτηση σε θέση υφυπουργού και αργότερα αναπληρωτή υπουργού του πρώην δικαστικού Δημήτρη Παπαγγελόπουλου. Ταυτόχρονα, επένδυσε στις καλές σχέσεις με ορισμένα στελέχη των ανώτατων δικαστηρίων, όπως ο πρόεδρός του ΣτΕ Νίκος Σακελλαρίου (που όμως στην πρόσφατη αντιπαράθεση κράτησε αποστάσεις από την κυβέρνηση ζητώντας να σταματήσουν οι παρεμβάσεις), αλλά και η τέως πρόεδρος του Αρείου Πάγου Βασιλική Θάνου, την οποία άλλωστε επέλεξε και για υπηρεσιακή πρωθυπουργό στην πορεία προς τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015, ενώ αμέσως μετά την αποχώρησή της από την υπηρεσία την όρισαν επικεφαλής του Νομικού Γραφείου του πρωθυπουργού. Βέβαια η κυρία Θάνου είχε προκαλέσει αμηχανία όταν είχε προτείνει την –αντισυνταγματική– παράταση του ορίου ηλικίας για τους δικαστικούς, πέραν των 67 ετών που είναι σήμερα.

Μια ιδιαίτερα κρίσιμη σύγκρουση ήταν αυτή που αφορούσε το ζήτημα των τηλεοπτικών αδειών. Η κυβέρνηση και ο αρμόδιος υπουργός Νίκος Παππάς, αντιμέτωποι με το αδιέξοδο ως προς τη συγκρότηση του ΕΣΡ (ως αποτέλεσμα και «τεχνικού οφσάιντ» από τη μεριά της ΝΔ που απαιτούσε αλλαγή του νόμου για να συναινέσει σε σύνθεση ΕΣΡ), επέλεξαν να παρακάμψουν το ΕΣΡ παρά τη ρητή αναφορά του Συντάγματος και της κείμενης νομοθεσίας. Η υπόθεση έφτασε στο ΣτΕ όπου οι δικαστές κλήθηκαν να αποφασίσουν εάν θα πάνε με βάση το γράμμα του Συντάγματος ή εάν θα χρησιμοποιήσουν –έστω και σε διαφορετικό πλαίσιο– την έννοια του δημόσιου συμφέροντος και της υπέρβασης του αδιεξόδου. Παρότι σημαντική μερίδα ήταν διατεθειμένη να ακολουθήσει την κυβερνητική αφήγηση, η πλειοψηφία επέμεινε στην αντισυνταγματικότητα. Η κυβέρνηση προσπάθησε να κλιμακώσει την πίεση, εκτός των άλλων, και με τον χειρισμό της ως προς τη διαρροή προσωπικών επικοινωνιών του Αθ. Ράντου, αντιπροέδρου του ΣτΕ, που έφτασαν μέχρι και σε «ροζ» δημοσίευμα στην Αυγή, και με την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου εναντίον του. Ο χειρισμός μάλλον γύρισε μπούμερανγκ και τελικά το ΣτΕ αποφάσισε να κρίνει αντισυνταγματική τη διαδικασία.

Μια άλλη σύγκρουση είχαμε τον Μάιο του 2017, όταν το Ελεγκτικό Συνέδριο με πλειοψηφία 17-14 αποφάσισε ότι οι παρατάσεις των συμβάσεων των εργαζομένων στην καθαριότητα των δήμων ήταν αντισυνταγματικές, ότι ήταν άκυρα τα σχετικά εντάλματα πληρμής και ότι έπρεπε να επιστραφούν ακόμη και τα δεδουλευμένα που τους είχαν καταβληθεί, με βάση τη συνταγματική απαγόρευση της μετατροπής συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου. Η κυβέρνηση αντέδρασε αμέσως, ασκώντας κριτική τόσο στην απόφαση αυτή καθαυτή όσο και στον τρόπο με τον οποίο διέρρευσε στον Τύπο. Βέβαια, αυτό που δεν ομολόγησε η κυβέρνηση είναι ότι όντως επρόκειτο για έναν συνδυασμό ανάμεσα στη συνταγματική απαγόρευση της μετατροπής συμβάσεων (μια καθαυτή αντεργατική πρόβλεψη που συντηρεί συνθήκες εργασιακής ομηρίας) και τη μνημονιακή απαγόρευση των μόνιμων διορισμών, την οποία έχει αποδεχτεί και η ίδια όταν ψήφισε το τρίτο μνημόνιο. Χρειάστηκαν οι μεγάλες κινητοποιήσεις της ΠΟΕ-ΟΤΑ για να δοθεί μια προσωρινή λύση ώστε να μην πεταχτούν στο δρόμο οι συμβασιούχοι, αλλά και να εξαγγελθεί διαδικασία μόνιμων διορισμών στους δήμους.

Πιο πρόσφατα, το βάρος της αντιπαράθεσης αρθρώθηκε γύρω από διάφορες αποφάσεις ανώτατων αλλά και ποινικών δικαστηρίων που ήρθαν στο προσκήνιο της δημοσιότητας. Όπως γράφαμε και στο προηγούμενο τεύχος του UNFOLLOW,1  η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματικές τις συνεχείς παρατάσεις του χρόνου παραγραφής του δικαιώματος φορολογικού ελέγχου με βάση τον προηγούμενο φορολογικό κώδικα, σε μια απόφαση που απάλλασσε οριστικά από πρόστιμα και φόρους την ΑΙΓΑΙΟΝ ΟΪΛ Α.Ε. ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ & ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ, συμφερόντων του Δ. Μελισσανίδη. Η απόφαση αυτή πράγματι έβαλε ταφόπλακα στη διερεύνηση υποθέσεων προηγούμενων ετών, παρότι υπήρχε νομικό έρεισμα και για διαφορετική απόφαση. Ωστόσο, η κριτική από κυβερνητικούς κύκλους προσπερνούσε μία ουσιώδη πλευρά του ζητήματος: το πρόβλημα της ελλιπούς στελέχωσης των ελεγκτικών αρχών, όπως επίσης και τη σαφή προτίμηση της τρόικας προς την υπερφορολόγηση μισθωτών και μικρομεσαίων παρά στο κυνήγι της μεγάλης φοροδιαφυγής προηγούμενων χρόνων.

Έπειτα είχαμε αποφάσεις του Αρείου Πάγου πάνω σε ζητήματα που αφορούσαν το Εργατικό Δίκαιο, οι οποίες επικρίθηκαν από στελέχη της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και από ΜΜΕ που πρόσκεινται σε αυτόν. Όπως συνέβη με την απόφαση 677/2017 του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία μόνη η παρατεταμένη μη καταβολή δεδουλευμένων δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή της σύμβασης εργασίας και άρα δεν δικαιούται και αποζημίωση ο εργαζόμενος πέραν των δεδουλευμένων. Η απόφαση, στηριγμένη στο «γράμμα του νόμου» και τη διάκριση ανάμεσα στη μη καταβολή δεδουλευμένων ως παραβίαση όρου σύμβασης εργασίας και τη βλαπτική μεταβολή των όρων του σύμβασης, έχει ένα ιδιαίτερα έντονο ταξικό πρόσημο. Όχι τόσο σε σχέση με τη διεκδίκηση πέραν των δεδουλευμένων και αποζημίωσης, όσο σε σχέση με το εντεινόμενο φαινόμενο των «εγκλωβισμένων» εργαζόμενων που είναι απλήρωτοι επί μακρόν, αλλά δεν μπορούν να έχουν καν τα όποια ευεργετήματα μπορεί να φέρει μια απόλυση, όπως το επίδομα ανεργίας, η διεκδίκηση άλλης θέσης κτλ.

Αντίστοιχα, η απόφαση 114/2017 του Αρείου Πάγου έκρινε ότι εάν η καθυστέρηση καταβολής δεδουλευμένων κρατά π.χ. τρεις μήνες, τότε μπορεί να αποδοθεί στις οικονομικές δυσκολίες της περιόδου και άρα μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας! Και όλα αυτά για μια υπόθεση η οποία αφορούσε εργαζόμενη πολλά χρόνια σε εταιρεία, που έφτασε στο σημείο να καταθέσει μονομερώς δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης και που ουσιαστικά την απέλυσε ακόμη και όταν αυτή δέχτηκε να επιστρέψει στην εργασία της.

Να σημειωθεί, όμως, ότι τα διαμαρτυρόμενα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ μάλλον δεν θα έπρεπε να αναμένουν διαφορετικές πρακτικές από τα ανώτατα δικαστήρια, όταν τα περασμένα χρόνια ευρείες πλειοψηφίες στη Βουλή υπερψήφισαν την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων και τη αποδιάρθρωση του Εργατικού Δικαίου.

Από κοντά και όλες οι διαμαρτυρίες για την υπόθεση της Ηριάννας Β. Λ. όπου ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποφάσισε απλώς να συμμετάσχει παραπάνω από ενεργά στο κίνημα συμπαράστασης για την αποφυλάκιση της νεαρής υποψήφιας διδάκτορος, αλλά και ο ίδιος ο αρμόδιος υπουργός Δικαιοσύνης επιτέθηκε στους δικαστές επειδή δεν αποφάσισαν να δώσουν αναστολή στην πρωτόδικη καταδίκη μέχρις ότου γίνει η εκδίκαση σε δεύτερο βαθμό.

Βέβαια, ο ίδιος ο κοπτόμενος για τα δικαιώματα υπουργός είναι αυτός που αναγκάστηκε να αποσύρει άρον άρον πρόταση διάταξης που θα καταργούσε το δικηγορικό απόρρητο εφόσον θα έδινε στην ΑΑΔΕ το δικαίωμα να λαμβάνει γνώση όχι μόνο για τις οικονομικές συναλλαγές των δικηγόρων, αλλά και για συναλλαγές των πελατών τους που γίνονται μέσω αυτών.

Τα παιχνίδια  με τη συνταγματική αναθεώρηση

Το ήδη μακρινό 2013 ο ΣΥΡΙΖΑ επεξεργαζόταν το πρόγραμμα μιας μελλοντικής κυβέρνησης «κοινωνικής σωτηρίας». Τον Φεβρουάριο του 2013 ο ΣΥΡΙΖΑ ανακοίνωσε ότι συγκροτεί «επιτροπή σοφών» για τις αναγκαίες αλλαγές στο κράτος, στο πολιτικό σύστημα και το Σύνταγμα. Στην επιτροπή είχε αναλάβει συντονιστικό ρόλο ο πρώην πρόεδρος του Συνασπισμού Νίκος Κωνσταντόπουλος και συμμετείχαν στελέχη που θα παίξουν και αργότερα ρόλο: οι μετέπειτα υπουργοί Γ. Κατρούγκαλος, Ν. Παρασκευόπουλος, Χρ. Βερναρδάκης, Τ. Χριστοδουλοπούλου, ο σημερινός επικεφαλής της Επιτροπής Διαλόγου για τη Συνταγματική Αναθεώρηση Μιχ. Σπουρδαλάκης, η σημερινή πρόεδρος του ΟΑΕΔ Μ. Καραμεσίνη, το σημερινό μέλος του ΕΣΡ Γιώργος Πλειός, ο μετέπειτα ευρωβουλευτής Κ. Χρυσόγονος, ο μετέπειτα βουλευτής Επικρατείας Κ. Τσουκαλάς όπως και πλήθος πανεπιστημιακοί (Ιφ. Καμτσίδου, Γ. Κασιμάτης, Δ. Τραυλός-Τζανετάτος, Ηλ. Νικολόπουλος, Γ. Κουζέλης κ.ά.).

Στην ομιλία του κατά την πρώτη πανηγυρική συνεδρίαση της Επιτροπής Εργασίας, ο Αλέξης Τσίπρας είχε τονίσει ότι το Σύνταγμα του 1975 είχε καταντήσει ένα «πουκάμισο αδειανό», καθώς η σημερινή σύμφυση εξουσιών καθιστά αδύνατους τους μηχανισμούς εξισορρόπησης. Όρισε ως βασικό αντίπαλο τη «συνταγματοποίηση των μνημονίων», τονίζοντας όμως ότι «δεν θα υπερασπιστούμε το υπάρχον Σύνταγμα» και ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα απαντούσε στη «θεσμική αποδόμηση» με μια «νέα θεσμική πολιτειακή οργάνωση βασισμένη στο τρίπτυχο ισότητα – αλληλεγγύη – δικαιοσύνη». Αυτό θα απαιτούσε ένα νέο «συμμετοχικό ρεύμα» που θα κατοχύρωνε τη «συμμετοχική δημοκρατία», την «υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων» και την «προστασία της δημοκρατίας εναντίον της διαπλοκής».

Η επιτροπή δεν θα βγάλει κάποια πορίσματα που θα δημοσιοποιηθούν. Άλλωστε, συντονιστής της δουλειάς του ΣΥΡΙΖΑ ως προς το κυβερνητικό πρόγραμμα ήταν ο Γιάννης Δραγασάκης, ο οποίος προτιμούσε τις ιδέες που τίθενται υπόψη της κομματικής ηγεσίας παρά τα δεσμευτικά δημόσια προγραμματικά. Αυτός ο ρόλος του Γ. Δραγασάκη προκάλεσε και τη δυσαρέσκεια του Ν. Κωνσταντόπουλου, που έβλεπε να υποβαθμίζεται ο δικός του ρόλος.

Ήδη από τότε τέθηκε ερώτημα μιας συνταγματικής αναθεώρησης που να αγγίζει πλευρές του πυρήνα της θεσμικής και πολιτειακής διάρθρωσης που διαμόρφωσε το Σύνταγμα του 1975 και οι διαδοχικές αναθεωρήσεις του. Σε αυτό υπήρξαν διάφορες αντιρρήσεις από τον Ν. Κωνσταντόπουλο και άλλους που αντέτειναν ότι επειδή το ισχύον Σύνταγμα, με όλες τις αδυναμίες και τα προβλήματά του, είχε βγει μέσα από τα δημοκρατικά αιτήματα της περιόδου της Μεταπολίτευσης θα ήταν επικίνδυνη μια προσπάθεια αναθεώρησης του πυρήνα του.

Τελικά, ο ΣΥΡΙΖΑ επιλέγει τώρα, στο πλαίσιο της ρητορικής «βγαίνουμε από τα μνημόνια», να ανοίξει και θέμα συνταγματικής αναθεώρησης. Μια γεύση δίνει η πρόταση την οποία επεξεργάστηκαν οι καθηγητές Χριστόφορος Βερναρδάκης, Ανδρέας Δημητρόπουλος, Κώστας Ζώρας, Ηλίας Νικολόπουλος και Κώστας Χρυσόγονος, υπό τον συντονισμό του Γιώργου Κατρούγκαλου, αν και η παρουσία του στενού συνεργάτη του πρωθυπουργού υπουργού Επικρατείας Χ. Βερναρδάκη δείχνει ότι απηχεί τις κυβερνητικές κατευθύνσεις.

Η πρόταση συνδυάζει θέσεις που ιστορικά προέρχονται από την Αριστερά, με προτάσεις που μάλλον μικρή σχέση έχουν με την παράδοσή της.

Από τη μία, έχουμε προτάσεις όπως ο συμβολικός διαχωρισμός Εκκλησίας-Κράτους (με την παράλειψη της επίκλησης της «Αγίας, Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος» στο προοίμιο, τον πολιτικό όρκο και την εισαγωγή του «θρησκευτικά ουδέτερου» χαρακτήρα του κράτους αν και χωρίς τροποποίηση του προσδιορισμού της Ορθοδοξίας ως «επικρατούσας θρησκείας»), η προσθήκη αναφορών στον αναδιανεμητικό χαρακτήρα του κράτους, η κατοχύρωση του χαρακτήρα ως «δημόσιου» αγαθού για το νερό και το ηλεκτρικό ρεύμα, η κατοχύρωση των συλλογικών συμβάσεων. Αντίστοιχα, προτείνεται η καθιέρωση της απλής αναλογικής, ο περιορισμός της θητείας των βουλευτών και η πολύ μεγαλύτερη δυνατότητα δημοψηφισμάτων.

Από την άλλη, έχουμε προτάσεις που προέρχονται από μια ξένη προς την Αριστερά παράδοση. Καταρχάς εισηγούνται ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας (εκλογή του από τον λαό εάν δεν διαμορφωθεί ενισχυμένη πλειοψηφία δύο τρίτων στη Βουλή αλλά και δυνατότητα να αναπέμπει νόμους στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο). Έπειτα, προτείνουν ρυθμίσεις που επιτρέπουν κυβερνήσεις μειοψηφίας (εάν πάρουν 120 ψήφους και αυτό είναι πλειοψηφία επί των παρόντων, προτάσεις δυσπιστίας μόνο μαζί με πρόταση νέου πρωθυπουργού, περιορισμό της πρόωρης προσφυγής στις κάλπες), κινήσεις που περιορίζουν την προτεραιότητα της λαϊκής κυριαρχίας στη διαμόρφωση των κυβερνήσεων. Επιπλέον, πάλι σε ρήξη με τις παραδόσεις της Αριστεράς, προτείνουν, αντί του σημερινού διάχυτου συνταγματικού ελέγχου, ένα οιονεί συνταγματικό δικαστήριο αποδίδοντας σχετικές αρμοδιότητες στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο.

Παρότι η ΝΔ κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ ότι οραματίζεται πρακτικές τύπου Λατινικής Αμερικής, φαίνεται ότι ορισμένες αλλαγές σχετίζονται και με απαιτήσεις των δανειστών. Χαρακτηριστική η πρόσφατη προειδοποίηση του προέδρου του ΣτΕ Νίκου Σακελλαρίου: «Η εποχή στην οποία ζούμε σήμερα είναι η εποχή της μεγάλης οικονομικής κρίσεως και των μνημονίων. Είναι η εποχή της επικρατήσεως του οικονομικού επί του θεσμικού παράγοντος, η οποία έχει οδηγήσει σε πρωτοφανή υποχώρηση του Κράτους Δικαίου και ιδίως του Κοινωνικού Κράτους, σε σημείο μάλιστα που η Δημοκρατία μας να κινδυνεύει πλέον να υποκύψει οριστικά σε ένα στυγνό ολοκληρωτισμό του οικονομισμού […] Οφείλουμε τέλος να προειδοποιήσουμε ότι υπό τις παρούσες αμιγώς μνημονιακές συνθήκες θεωρούμε εξαιρετικά επικίνδυνο κάθε συνταγματικό πειραματισμό, ο οποίος θα οδηγούσε σε έλλειμμα δικαιοσύνης».

Η κυβέρνηση  μπορεί να παρέμβει στη Δικαιοσύνη…

Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση έχει τρόπο να κάνει πολλά στον χώρο της Δικαιοσύνης, αλλά δεν το επιλέγει. Μπορεί να νομοθετήσει. Η κυβέρνηση θα μπορούσε να έκανε κρίσιμες παρεμβάσεις στο Εργατικό Δίκαιο που θα θωράκιζαν τα δικαιώματα των μισθωτών απέναντι στην εργοδοτική αυθαιρεσία. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να όριζε από ποιο σημείο και μετά η παρατεταμένη μη καταβολή δεδουλευμένων αποτελεί βλαπτική μεταβολή και να αυστηροποιούσε τη νομοθεσία απέναντι σε εργοδότες τύπου Καρυπίδη, που παρά το πλήθος μηνύσεων που έχει δεχτεί εξακολουθεί να μην πληρώνει τους εργαζόμενους, με αποκορύφωμα την αυτοκτονία μιας εργαζόμενης που δεν άντεξε άλλο. Θα μπορούσε να εξέταζε όλα τα σχετικά με την επίσχεση εργασίας ώστε να προστατεύονται οι εργαζόμενοι και να αντιμετωπίσει τα φαινόμενα εκδικητικών απολύσεων.

Θα μπορούσε ακόμη η κυβέρνηση, αντί να διαμαρτύρεται για την εκάστοτε απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για συμβασιούχους, να προχωρούσε σε διορισμούς μόνιμου προσωπικού με την πρόνοια να προκριθεί το ήδη εργαζόμενο προσωπικό, αντί στο όνομα των μνημονιακών δεσμεύσεων να συντηρεί την ομηρία χιλιάδων συμβασιούχων.

Θα μπορούσε ακόμη και παρεμβάσεις στην αντιτρομοκρατική νομοθεσία να κάνει. Να περιορίσει την ευκολία με την οποία αποδίδεται ο προσδιορισμός της εγκληματικής οργάνωσης και της τρομοκρατικής οργάνωσης. Να βάλει περιορισμούς στις αποφάσεις με μόνο κριτήριο το DNA. Να επαναφέρει τα μεικτά ορκωτά δικαστήρια για μια σειρά κακουργήματα, αντί των δικαστηρίων που αποτελούνται μόνο από δικαστές.

Θα μπορούσε τέλος να κάνει προσλήψεις και διορισμούς προκειμένου να ενισχύσει και το δικαστικό σώμα και τους ελεγκτικούς μηχανισμούς και τη γραμματειακή υποστήριξη της Δικαιοσύνης, ώστε αυτή να κινείται πιο γρήγορα, να μη βαλτώνουν υποθέσεις, να μην παραγράφονται από τη μακρόχρονη καθυστέρηση, αλλά και να μπορεί να βρει ο πολίτης το δίκιο του.

…αλλά δεν πρόκειται να το κάνει

Η κυβέρνηση δεν πρόκειται να κάνει πολλά από τα παραπάνω. Πρώτα και κύρια γιατί δεν έχει καμία διάθεση να πάει σε σύγκρουση με τους δανειστές που βολεύονται, π.χ., με το να υπάρχουν εργασιακές σχέσεις ζούγκλας. Η κυβέρνηση μπορεί να θέλει να παρουσιάζει «αγωνιστική εικόνα», όμως δεν παύει να είναι κυβέρνηση μνημονιακή, που αφήγημά της έχει πλέον την «έξοδο στις αγορές» και όχι την κοινωνική δικαιοσύνη.

Την ίδια στιγμή είναι μια κυβέρνηση που σε ορισμένες περιπτώσεις οι προσπάθειές της να αποκτήσει «πρόσβαση» στη Δικαιοσύνη δεν αφορούσαν ακριβώς την κάθαρση αλλά μάλλον το αντίθετο. Ο Σταύρος Κοντονής μπορεί να μην αναλαμβάνει το βάρος συγκεκριμένων θεσμικών παρεμβάσεων, έδειξε όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον π.χ. για τον χειρισμό της υπόθεσης Γιαννουσάκη, όπου όποια γνώμη και εάν έχει κανείς σίγουρα είναι κάπως ανοίκειο υπουργοί (ορισμένοι τύποις αναρμόδιοι όπως ο Π. Καμμένος) να ασχολήθηκαν τόσο προσωπικά με μια δικαστική υπόθεση. Είναι προφανές ότι στα παραδικαστικά κυκλώματα των προηγούμενων κυβερνήσεων δεν απαντάς με την προσπάθεια να φτιάξεις το δικό σου παραδικαστικό κύκλωμα.

Ωστόσο, το πιο βασικό είναι ότι η κυβέρνηση βολεύεται σε αυτή τη σύγκρουση. Επικοινωνιακά της επιτρέπει να δίνει την εικόνα ότι συγκρούεται με το «βαθύ κράτος» (παρότι στην πραγματικότητα, ιδίως σε ό,τι αφορά την ΕΥΠ, την Αντιτρομοκρατική, την Κρατική Ασφάλεια, μάλλον το έχει αφήσει στην ησυχία του) και να προσφέρει στο κομματικό ακροατήριο «δικαιωματική» οπτική, αναγκαία και για τον εκβιασμό αριστερών ψηφοφόρων στις επόμενες εκλογές. Ακόμη και εάν η πίεση προς τους δικαστές δεν έχει αποτέλεσμα σε κάποια από τις τρέχουσες ή τις επόμενες συγκρούσεις, θα της έχει μείνει ο «επικοινωνιακός θόρυβος». Σε αυτό τη βοηθάει εν μέρει και η στάση της ΝΔ που βολεύεται να συντηρεί μια εικόνα «μαδουριστών που απειλούν τους θεσμούς», την ώρα βέβαια που και η πρότασή της είναι στην πραγματικότητα η ακόμη μεγαλύτερη αυταρχικοποίηση του θεσμικού πλαισίου. Επιπλέον, η κόντρα αυτή θα προλειάνει και το έδαφος για τη συζήτηση σχετικά με τη συνταγματική αναθεώρηση που θα ξεκινήσει μια που η κυβέρνηση θα διεκδικεί να φαίνεται ως αυτή που συγκρούεται με τους «μηχανισμούς του παλαιού καθεστώτος», παρότι, δεδομένων και των κοινοβουλευτικών συσχετισμών, δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι μπορεί όντως να προχωρήσει σε συνταγματική αναθεώρηση.

Και σε όλο αυτό το τοπίο η Δικαιοσύνη θα είναι όχι τυφλή, αλλά αλλήθωρη. Έτοιμη να κλείσει το μάτι, αλλά και να σκύψει το κεφάλι, στις εκάστοτε εξουσίες, είτε οικονομικές είτε πολιτικές. Με θύματα, σε τελική ανάλυση, όλους αυτούς που πραγματικά τη χρειάζονται σαν ασπίδα απέναντι στην αδικία.
___

1. Λ. Χαραλαμπόπουλος, «Το ΣτΕ, η παραγραφή φορολογικών υποθέσεων και η ομερτά της κυβέρνησης», UNFOLLOW 67, Ιούνιος 2017


ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

Λευτέρης Χαραλαμπόπουλος

[email protected]


Ο Λευτέρης Χαραλαμπόπουλος έχει συνεργαστεί με πολλές εφημερίδες και περιοδικά. Είναι υπεύθυνος έκδοσης τ...