ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΤΟ UNFOLLOW 71

unfollow-sindromes
unfollow-sindromes
UNFOLLOW newsletter
FREE - ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ - UNFOLLOW 34 - ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Adam Szymczyk: «Η documenta θα μοιραστεί ισότιμα ανάμεσα στο Κάσσελ και την Αθήνα»

| Τεύχος Οκτωβρίου 2014

Ο νέος καλλιτεχνικός διεθυντής της documenta, Άνταμ Σίμτσικ, σε μια αποκλειστική συνέντευξη στο UNFOLLOW, περιγράφει το εκθεσιακό πλαίσιο της documenta 14 και αναγγέλει τη διοργάνωση μιας ισότιμης έκθεσης στην Αθήνα, ανοιχτής σε έναν κόσμο ευρύτερο από τη Γερμανία ή την Ελλάδα, μακριά από το αποπνικτικό φιλελεύθερο μοντέλο.


Ποια είναι η γενική θεματική της documenta 14;

Στα μέσα του 2013 με κάλεσαν, μαζί με άλλους υποψήφιους, να υποβάλω μια πρόταση για την documenta 14, η οποία θα γίνει το 2017. Το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, παρουσίασα την πρότασή μου στη διεθνή ερευνητική επιτροπή στο Κάσσελ, έγινε δεκτή και, έτσι, στις 22 Νοεμβρίου διορίστηκα Καλλιτεχνικός Διευθυντής της documenta 14.

Αντί να γράψω ένα σενάριο της έκθεσης, πρότεινα στο ξεκίνημα να φανταστούμε πως η documenta 14 διοργανώνεται ταυτοχρόνως στο Κάσσελ και στην Αθήνα. Οι λόγοι για αυτή την κίνηση είναι πολλαπλοί και έχουν σχέση με τον τρόπο που η σημερινή πολιτιστική παραγωγή αρθρώνει και ερμηνεύει την τρέχουσα πολιτική και κοινωνική κατάσταση. Στόχος της πρότασής μου είναι να αλλάξει η δομή της έκθεσης, να σκεφτούμε μάλλον πως, αντί για ένα, μεγάλο θέαμα που θα έχει μια αρχή και ένα τέλος, εδώ θα έχουμε δύο εκθεσιακές προσεγγίσεις. Η απόσταση μεταξύ των δύο πόλεων θα παραγάγει μια ολότελα διαφορετική συνθήκη για τον τρόπο που ο θεατής θα βιώσει την έκθεση: η γεωγραφική και πνευματική μετακίνηση θα έχει ως αποτέλεσμα ένα αίσθημα απώλειας ή προσμονής, που θα αλλάζει την πρόσληψή μας, που θα αντιστρατεύεται την ιδέα μιας ριζωμένης έκθεσης, θα αντιστρατεύεται τη διαδεδομένη, σχεδόν ανθρωπομορφική, κανονιστική υπόθεση ότι μια έκθεση πρέπει να έχει μια μόνον ταυτότητα, ένα χώρο και ένα χρόνο, σαν να ήταν ένα «ικανό» σώμα που το κυβερνά ένα «κανονικό» μυαλό. Και πως είμαστε υποχρεωμένοι να διαφυλάσσουμε αυτήν την ενότητα της δράσης, του χώρου και του χρόνου. Εμείς αντίθετα στοχεύουμε να κάνουμε μια έκθεση που θα μπορεί να αγκαλιάζει μια ποικιλία φωνών μέσα και ανάμεσα και πέρα από δύο πόλεις: το Κάσσελ και την Αθήνα. Οι τοποθεσίες αυτές, οι διαφορετικές ιστορικές, πολιτισμικές, κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές τους συνθήκες, θα βαρύνουν στη δημιουργία της έκθεσης και των επιμέρους έργων τέχνης, ενώ όλοι οι καλλιτέχνες που θα συμμετάσχουν στην έκθεση θα κληθούν να παραγάγουν και να παρουσιάσουν τα έργα τους σε μία έκθεση, την documenta 14, μια έκθεση όμως που θα πραγματοποιείται σε δύο πόλεις.

Δεν είναι η πρώτη φορά που μέρος της documenta παρουσιάζεται έξω από το Κάσσελ. Ποια είναι η βασική διαφορά μεταξύ της documenta 14 και, για παράδειγμα, των μετααποικιακών περιπλανήσεων της documenta 11;

Στην πραγματικότητα, αυτή είναι η πρώτη φορά. Κάνουμε ένα αποφασιστικό βήμα και συμπεριλαμβάνουμε ως ισότιμο ένα δεύτερο μέρος στην Ευρώπη. Δεν θεωρούμε πως η documenta 14 στην Αθήνα είναι μια δορυφορική έκθεση. Οι «πλατφόρμες» που καθιέρωσε ο Okwui Enwezor σε μέρη όπως η Σάντα Λουτσία, το Νέο Δελχί και η Βιέννη, μεταξύ άλλων, δεν ήταν σε καμία περίπτωση «νεοαποικιακές περιπλανήσεις» (εάν αυτό εννοούσατε χρησιμοποιώντας τη λέξη «μετααποικιακές») αλλά προσπάθειες να ξεκινήσει ο διάλογος γύρω από τα θέματα της μετααποικιακής συνθήκης των σύγχρονων κοινωνιών και πολιτισμών, ένας διάλογος ο οποίος σε μεγάλο βαθμό απουσίαζε εκείνη την περίοδο από τη ρητορική της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής γύρω από τη σύγχρονη τέχνη και τον πολιτισμό, ή τουλάχιστον δεν εκφραζόταν μέσα από τις μεγάλες εκθέσεις, και να τοποθετήσει το διάλογο στο κέντρο των τόπων που είχαν επηρεαστεί από την αποικιακή πολιτική. Σ’ εκείνο το πλαίσιο, η έκθεση στο Κάσσελ χρησίμευε ως η καταληκτική πλατφόρμα. Από την άλλη, δεν θυμάμαι την documenta 12, σε επιμέλεια των Roger Buergel και Ruth Noak, να περιπλανιέται ως φυσική παρουσία έξω από το Κάσσελ, εκτός από τους δύο τυχερούς επισκέπτες της documenta, που κάθε βράδυ βρίσκονταν προσκεκλημένοι στο El Bulli, το εστιατόριο υψηλής γαστρονομίας του Ferran Adrià στην Κόστα Μπράβα, έξω από την Βαρκελώνη, και, σε ένα πιο ουσιαστικό επίπεδο, συμπεριλαμβάνοντας το πρότζεκτ που είχε επιμεληθεί ο Georg Schölhammer και το οποίο προσέγγιζε ολόκληρο τον μετααποικιακό και μετακομμουνιστικό κόσμο πολιτιστικής παραγωγής μέσα από τη συλλογή ενός σημαντικού αριθμού καλλιτεχνικών και πολιτιστικών περιοδικών του τώρα και του παρελθόντος από διάφορες πόλεις και χώρες του κόσμου. Στην documenta 13 πάλι, η Carolyn Christov-Bakargiev πραγματοποίησε δορυφορικά πρότζεκτ που επιτελούσαν διάφορες λειτουργίες στη δομή της έκθεσης σε σχέση με τον κεντρικό χώρο στο Κάσσελ, οργανώνοντας προκεχωρημένα φυλάκια της documenta στην Καμπούλ, το Μπανφ του Καναδά και την Αλεξάνδρεια. Η documenta 14 στην Αθήνα δεν είναι ένα δορυφορικό πρότζεκτ, πλατφόρμα ή φυλάκιο αλλά μέρος μιας έκθεσης που μοιράζεται ισότιμα ανάμεσα σε δύο πόλεις.

Adam Szymczyk documenta Φωτογραφία: Tadeusz Rolke © 2014

Adam Szymczyk (Φωτογραφία: Tadeusz Rolke © 2014)

Θα διοργανωθούν δηλαδή δύο εκθέσεις την ίδια χρονική περίοδο στην Ελλάδα και το Κάσσελ; Θα υπάρξει ένας δεύτερος εκθεσιακός χώρος στην Ελλάδα, ισότιμος με το Κάσσελ;

Προς το παρόν σκοπεύουμε να εγκαινιάσουμε την documenta 14 τον Απρίλιο του 2017 στην Αθήνα και δύο μήνες αργότερα, σύμφωνα με το αρχικό πρόγραμμα, τον Ιούνιο, στο Κάσσελ· κατά πάσα πιθανότητα θα υπάρξει ένας μήνας επικάλυψης, όπου οι δύο εκθέσεις θα τρέχουν παράλληλα. Σκεφτόμαστε πως η συγκρότηση της κάθε έκθεσης θα αποτελεί ένα αυτόνομο πρότζεκτ. Οι δύο εκθέσεις θα τροφοδοτούν η μία το περιεχόμενο της άλλης, χωρίς ωστόσο να επαναλαμβάνουν τη μορφή της, θα αναπτύσσονται δε σε πολλούς εκθεσιακούς χώρους, τόσο στην Αθήνα όσο και στο Κάσσελ.

Εκτός από τον εκθεσιακό χώρο στην Ελλάδα, θα υπάρξει μια μεγαλύτερη εμπλοκή της ελληνικής καλλιτεχνικής κοινότητας; Έχετε σκεφτεί το πλαίσιο αυτής της συνεργασίας;

Έχω περιγράψει την ανάμειξη της Αθήνας ως μια διεργασία της documenta 14 όπου το Κάσσελ θα διδαχθεί από την πόλη της Αθήνας και τους πολίτες της, δεν θα ρίξει με αλεξίπτωτο σε έναν ή πολλούς γραφικούς χώρους μια έκθεση που θα έχει συσκευαστεί εκ των προτέρων στο Κάσσελ και θα φύγει αμέσως μετά. Γνωρίζω καλά τα καταστροφικά αποτελέσματα που έχουν στην κοινότητα τέτοιες διοργανώσεις, όταν αγνοούν το τοπικό πλαίσιο. Δεν θα ήθελα να ακολουθήσω αυτή την οδό. Ξεκινήσαμε μια τριετή πορεία στη διάρκεια της οποίας μαθαίνουμε, παράγουμε γνώση και περιεχόμενο και ελπίζουμε επίσης να παράγουμε χώρους και μορφές ζωής, όπως για παράδειγμα δημόσιες συναθροίσεις. Ξεκινώντας, θεωρούμε λίγα πράγματα δεδομένα. Στην πορεία αυτή θα εμπλακούν πολλοί ιδιώτες, αλλά και οργανισμοί και μη θεσμικές οντότητες της πολιτιστικής κοινότητας της Αθήνας, συμβάλλοντας στη συγκρότηση του περιεχομένου. Η Ελλάδα δεν είναι νησί· σχετίζεται με την παγκόσμια συνθήκη. Θα ήθελα μετωνυμικά να καταλάβω την Αθήνα σαν μια πόλη που ενσωματώνει ένα μεγάλο μέρος των σημερινών πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων, πηγαίνοντας πέρα από την παροιμιώδη έννοια της «ελληνικής κρίσης». Τα προβλήματα αυτά, τα οποία στην πραγματικότητα δεν είναι μόνον ελληνικά, είναι εξίσου ευρωπαϊκά και παγκόσμια, παραμένουν άλυτα, την ίδια όμως στιγμή μάς δίνουν την ευκαιρία να ανοίξουμε ένα χώρο φαντασίας, σκέψης και δράσης, αντί να ακολουθήσουμε το αποπνικτικό νεοφιλελεύθερο σχήμα που προβάλλει τον εαυτό του ως μονόδρομο.

Θα έχετε βοήθεια από το ελληνικό δημόσιο; Θα υπάρξει κάποια θεσμική συνεργασία με το ελληνικό κράτος ή τον Δήμο της Αθήνας; Θα εμπλακούν άλλα ελληνικά ιδρύματα ή ιδρύματα που έχουν την έδρα τους στην Αθήνα;

Η documenta ξεκίνησε το 1955 ως μια πνευματικά φιλόδοξη, αλλά μικρού μάλλον προϋπολογισμού έκθεση σύγχρονης τέχνης στο Κάσσελ, μια πόλη που είχε καταστραφεί κατά 80 % στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σήμερα, η ουσιαστική της χρηματοδότηση προέρχεται από την πόλη του Κάσσελ, το κρατίδιο της Έσσης και το Ομοσπονδιακό Ίδρυμα Πολιτισμού, ενώ επιπλέον είμαστε αναγκασμένοι να συγκεντρώσουμε κεφάλαια από διεθνείς οργανισμούς χρηματοδότησης, εταιρικούς χορηγούς και ιδιώτες που στηρίζουν τις τέχνες και τον πολιτισμό. Φυσικά, ελπίζουμε πως θα εμπλακούν και έλληνες εταίροι, καθώς και διεθνείς εταίροι που θα στηρίξουν ειδικά την έκθεση της Αθήνας. Θα είναι όμως μια οργανική διαδικασία την οποία έχω ξεκινήσει στην Αθήνα οργανώνοντας δύο συναντήσεις σε ένα καφέ, την πρώτη ήδη τον Δεκέμβριο του 2013, ένα μήνα μετά τον διορισμό μου και τη δεύτερη τον Μάρτιο του 2014, με τη συμμετοχή εξήντα περίπου ανθρώπων δραστήριων σε τοπικό και διεθνές επίπεδο, μεταξύ των οποίων καλλιτέχνες, συγγραφείς, επιμελητές, επαγγελματίες του χώρου των μουσείων, φιλόσοφοι, δικηγόροι, αρχιτέκτονες, σκηνοθέτες του θεάτρου και του κινηματογράφου, ακτιβιστές, μαικήνες της τέχνης κτλ. –μια πολυσυλλεκτική αλλά όχι κλειστή ομάδα που δεν την συνέχει καμία συγκεκριμένη κοινή ατζέντα, εκτός από το κοινό ενδιαφέρον για μια πολιτιστική αλλαγή στην Αθήνα. Ήθελα να καταλάβω τις ευαισθησίες και τις ανάγκες του τόπου, πριν κάνω το πρώτο βήμα για την υλοποίηση του πρότζεκτ. Ακόμη και μετά τις συναντήσεις αυτές δεν γνωρίζω πολλά, γνωρίζω όμως αρκετά για να ξεκινήσω.

Ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης θεωρεί πως η γερμανική πολιτική είναι εχθρική προς την Ελλάδα. Αν και πρόκειται για μια μάλλον απλουστευτική θεώρηση, δεν θα μπορούσαμε ωστόσο να αρνηθούμε πως η Γερμανία διαδραματίζει ηγεμονικό ρόλο στην Ευρωπαϊκή πολιτική. Ποιος πιστεύετε πως είναι ο ρόλος της τέχνης σε αυτό το πολιτικό πλαίσιο;

 Από ό,τι έχω καταλάβει, η εχθρότητα αυτή έχει την ιστορική καταγωγή της στις αναμνήσεις από τη φρίκη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα και έχει έρθει πάλι στην προσκήνιο, εξαιτίας του ηγετικού ρόλου της Γερμανίας στην ευρωπαϊκή οικονομία και της πολιτικής της δύναμης η οποία βαραίνει άμεσα την ελληνική κοινωνία που ζει τις συνέπειες του προγράμματος λιτότητας. Αλλά το «Χίτλερ=Μέρκελ» είναι μια παιδαριώδης, ιστορικά λανθασμένη και πολύ επικίνδυνη εξίσωση. Νομίζω πως πρέπει να κηρύξουμε μια γενική κατάσταση πολιτιστικής έκτακτης ανάγκης και να απαλλαγούμε από όλα τα μοντέλα σκέψης στα οποία έχουμε επαναπαυτεί. Πρέπει να καλλιεργήσουμε καλλιτεχνικές στρατηγικές που θα προσεγγίζουν το σύγχρονο κόσμο ως έναν τόπο για το πλήθος που είναι φτιαγμένο από άτομα και όχι ως ένα έδαφος υποταγμένο σε ηγεμονικές σχέσεις που τον καθιστούν χώρο πόνου. Σε αυτόν τον κόσμο πρέπει να ανταποκριθεί η έκθεση, έναν κόσμο μεγαλύτερο από την Γερμανία ή την Ελλάδα.


ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ

Θεόφιλος Τραμπούλης


Ο Θεόφιλος Τραμπούλης είναι επιμελητής εκδόσεων και εκθέσεων σύγχρονης τέχνης και μεταφραστής. Αρθρογραφε...